Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • πορσελάνινος , η, ο πορ-σε-λά-νι-νος επίθ. & πορσελανάτος: που έχει κατασκευαστεί από πορσελάνη: ~ο: βάζο/σερβίτσιο. Πβ. φαρφουρένιος. [< γαλλ. porcelainier]