ποσότητα πο-σό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ποσοτήτων} 1. ο αριθμός, η μάζα, ο όγκος μετρήσιμης ύλης: άγνωστη/ακριβής/απεριόριστη/διαθέσιμη/σημαντική ~. ~ βιταμίνης/παραγγελίας/ραδιενέργειας. Η ελάχιστη/μέγιστη δυνατή ~. Έχασε μεγάλη ~ αίματος στο ατύχημα. ΣΥΝ. ποσό (2) 2. ποσοτικά γνωρίσματα: Λόγος πλούσιος σε ~, αλλά όχι σε ποιότητα.3. ΓΛΩΣΣ. -ΜΕΤΡ. (κυρ. στην αρχ. ελλην. γλ.) η ιδιότητα των φωνηέντων και κατά συνέπεια των συλλαβών να είναι μακρές ή βραχείες και η σχετική εκφώνησή τους. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: αμελητέα ποσότητα βλ. αμελητέος [< αρχ. ποσότης, γαλλ. quantité, αγγλ. quantity]
αμελητέος
αμελητέος, α, ο [ἀμελητέος] α-με-λη-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που δεν αξίζει να τον προσέχει, να του δίνει κάποιος σημασία: ~ος: αριθμός/κίνδυνος (= ασήμαντος, ΑΝΤ. σημαντικός). ~α: διαφορά/δύναμη. ~ο: ζήτημα/πρόβλημα. ~οι: παράγοντες. ~ες: απώλειες/επιπτώσεις/ζημιές (= ελάχιστες). Ποσό διόλου ~ο. Πβ. ανάξιος λόγου, μηδαμινός. Βλ. -τέος. ● ΣΥΜΠΛ.: αμελητέα ποσότητα1. (μτφ.) για κάτι ή κάποιον ανάξιο λόγου: Μας αντιμετωπίζουν σαν ~ες ~ες.2. ελάχιστη: ~ ~ αίματος. ~ες ~ες ενέργειας. [< γαλλ. quantité négligeable] [< μτγν. ἀμελητέος]
-ότητα
-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη).2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.