Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [1-2]


  • ποταμός πο-τα-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. μεγάλο φυσικό υδάτινο ρεύμα γλυκού νερού, που προέρχεται κυρ. από πηγές και εκβάλλει σε θάλασσα ή λίμνη: ορμητικός/πλωτός ~. Η γέφυρα/το Δέλτα/οι εκβολές/η εκτροπή/η κοίτη/το μήκος/οι όχθες/η πανίδα/το πλάτος/η ροή/η στάθμη/η συμβολή/το φαράγγι/το φράγμα/η χλωρίδα του ~ού. Κατάβαση ~ού με φουσκωτή βάρκα (= ράφτινγκ). Διασυνοριακοί ~οί. Ρύπανση/υπερχείλιση των ~ών. Τα ύδατα των ~ών. Ο ~ διασχίζει την κοιλάδα. Βλ. παραπόταμος. ΣΥΝ. ποτάμι (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.-κυρ. για υγρά) οτιδήποτε ρέει σε αφθονία: ~οί αίματος/λάβας.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Συνέντευξη/ταινία-~ (: που έχει πολύ μεγάλη διάρκεια). Πβ. χειμαρρώδης. ● Υποκ.: ποταμίσκος (ο): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: μυθιστόρημα ποταμός βλ. μυθιστόρημα ● ΦΡ.: άνω ποταμών βλ. άνω [< 1: αρχ. ποταμός 2: γαλλ. fleuve]
  • ποταμοσφυριχτής πο-τα-μο-σφυ-ρι-χτής ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό αποδημητικό παρυδάτιο πουλί (επιστ. ονομασ. Charadrius dubius), με καφέ φτέρωμα, άσπρο στήθος, μαύρη γραμμή γύρω από τον λαιμό και τα μάτια, και νηκτική μεμβράνη. Βλ. βροχοπούλι.

άνω

άνω[ἄνω] ά-νω επίρρ. (λόγ.) ΑΝΤ. κάτω 1. (ως επίθ.) (ε)πάνω: η ~ πόλη/συνοικία (: που βρίσκεται πιο ψηλά, πιο μακριά). Η Άνω Πόλη. Βλ. υπερ~.|| (ΑΝΑΤ.) Η ~ γνάθος. Τα ~ άκρα (= τα χέρια). 2. (+ γεν.) περισσότερο από: Η θερμοκρασία διατηρείται ~ του μηδενός. Ηλικίες ~ των δεκαοκτώ. ● ΣΥΜΠΛ.: άνω (και) κάτω τελεία βλ. τελεία, Άνω Βουλή βλ. βουλή, άνω τελεία βλ. τελεία ● ΦΡ.: άνω ποταμών (λόγ.) 1. για κάτι που δεν μπορεί να γίνει ανεκτό: Τόσα λεφτά για έναν καφέ; Αυτό είναι ~ ~! 2. (σπάν.) για κάποιον που έχει ξεπεράσει τα όρια της ανοχής του, έχει εξοργιστεί: Έγινε ~ ~ και άρχισε να ουρλιάζει (πβ. εκτός εαυτού, έξω φρενών)., άνω-κάτω 1. για την ακαταστασία ενός χώρου: Το δωμάτιό σου είναι ~ ~, δεν θα το συμμαζέψεις; Οι δράστες έκαναν ~ ~ το διαμέρισμα. Πβ. ανάκατα, άρτζι μπούρτζι, φύρδην μίγδην. 2. για αναστάτωση, συνήθ. ψυχική: Έχει κάνει ~ ~ τη ζωή μου (: με έχει αναστατώσει). Πβ. κουλουβάχατα, μαντάρα. [< αρχ. ἄνω]

βροχοπούλι

βροχοπούλιβρο-χο-πού-λι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό αποδημητικό παρυδάτιο πουλί (επιστ. ονομασ. Pluvialis apricaria) με καφέ και μαύρο φτέρωμα. Βλ. -πούλι.

μυθιστόρημα

μυθιστόρημαμυ-θι-στό-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {μυθιστορήμ-ατος} 1. ΛΟΓΟΤ. είδος της πεζογραφίας με αφηγηματική μορφή, θεματική ενότητα, αρκετά μεγάλης έκτασης και με πλαστή υπόθεση, η οποία όμως παρουσιάζεται σαν πραγματική, που εξιστορεί περιπέτειες, ήθη, χαρακτήρες, συναισθήματα, πάθη· συνεκδ. το σχετικό βιβλίο: αστυνομικό/ατμοσφαιρικό/αυτοβιογραφικό/εικονογραφημένο/επιστολικό/ερωτικό/ηθογραφικό/ιστορικό/κλασικό/λαϊκό/μοντέρνο/νεοελληνικό/παιδικό/παραδοσιακό/πρωτότυπο/ρεαλιστικό/ρομαντικό/σύγχρονο/ταξιδιωτικό ~. Εκπλητικό/εντυπωσιακό/κορυφαίο ~. ~ αγωνίας και δράσης/επιστημονικής φαντασίας/μυστηρίου. ~ σε συνέχειες. Αφηγητής/ήρωας/πλοκή του ~ατος. Ταινία βασισμένη σε ~. Μεταφορά ~ατος στον κινηματογράφο. Συγγραφή ~άτων (= μυθιστοριογραφία). Βλ. διήγημα, νουβέλα.|| Στις σελίδες του ~ατος.|| (κατ' επέκτ.) Το βιβλίο διαβάζεται σαν ~ (: πολύ εύκολα και ευχάριστα). Έζησε μια ζωή σαν ~ (= περιπετειώδη). 2. (μτφ.-προφ.) επινοημένη, ψεύτικη ιστορία, μύθος: Μην πιστεύεις το ~ που σου πουλάει! Πβ. μύθευμα. 3. ΦΙΛΟΛ. μυθιστορία: ιπποτικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μυθιστόρημα ποταμός: ΛΟΓΟΤ. πολυπρόσωπο και εκτενές μυθιστόρημα, του οποίου η πλοκή εξελίσσεται μέσα από τη διαδοχή των γενεών: κοινωνικό/μεταμοντέρνο ~ ~. [< γαλλ. roman-fleuve, 1930] , νέο μυθιστόρημα: ΛΟΓΟΤ. γαλλικό λογοτεχνικό ρεύμα της δεκαετίας του 1950 που απέρριπτε τις αρχές του παραδοσιακού μυθιστορήματος, δίνοντας έμφαση στις αφηγηματικές τεχνικές. Πβ. αντιμυθιστόρημα. [< γαλλ. nouveau roman] , οικογενειακό μυθιστόρημα: ΨΥΧΟΛ. φαντασίωση σύμφωνα με την οποία το υποκείμενο πιστεύει πως κατάγεται από οικογένεια ανώτερη κοινωνικά, αλλά έχει υιοθετηθεί από τη δική του οικογένεια την οποία και περιφρονεί., γοτθικό μυθιστόρημα βλ. γοτθικός, μαύρο μυθιστόρημα βλ. μαύρος, ψυχολογικό μυθιστόρημα βλ. ψυχολογικός [< γαλλ. roman]

παραπόταμος

παραπόταμοςπα-ρα-πό-τα-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άμου}: ποταμός που συμβάλλει σε άλλον μεγαλύτερο. [< μεσν. παραπόταμο(ν), το]