Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ποτιστής πο-τι-στής ουσ. (αρσ.): άνθρωπος ή μηχανή που ποτίζει: αυτόματος ~. [< μτγν. ποτιστής ‘αυτός που ποτίζει’]