Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πρίγκιπας, πριγκίπισσα πρί-γκι-πας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {πριγκίπων | λαϊκό θηλ. πριγκιπέ(σ)σα} 1. παιδί βασιλιά ή γενικότ. μέλος βασιλικής οικογένειας. 2. ανώτατος άρχοντας κρατιδίου: ο ~ του Μονακό. 3. (μτφ.) άτομο με αρχοντική συμπεριφορά: πραγματικός ~. Πβ. αρχοντάνθρωπος. 4. (μτφ.) πλούσιος, που ζει με ανέσεις: Του αρέσει να ζει σαν ~ (= άρχοντας, πασάς). Την αγαπάει τόσο πολύ που την έχει σαν ~ισσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο πρίγκιπας του παραμυθιού & το πριγκιπόπουλο/βασιλόπουλο του παραμυθιού (συνήθ. ειρων.): ο ιδανικός, ο τέλειος άνδρας για μια γυναίκα. [< γερμ. Märchenprinz] [< μεσν. πρίγκιπας, πριγκίπισσα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.