Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • προαπαιτώ [προαπαιτῶ] προ-α-παι-τώ ρ. (μτβ.) {προαπαιτ-εί, -ώντας | προαπαίτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} (λόγ.): απαιτώ κάτι από πριν, θέτω ως όρο ή προϋπόθεση: Για τη συγκεκριμένη θέση ~ούνται ειδικές γνώσεις/τα εξής προσόντα ... Για τις εργαστηριακές εξετάσεις, ~είται (= προϋποτίθεται έγκριση από το (ασφαλιστικό) Ταμείο. [< μτγν. προαπαιτῶ]