Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • προγραμματίζω

    προ-γραμ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {προγραμμάτι-σα, προγραμματί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, προγραμματίζ-οντας, -όμενος} 1. βάζω κάτι στο πρόγραμμα, σχεδιάζω, σκοπεύω να κάνω κάτι και προετοιμάζομαι γι' αυτό· κατ' επέκτ. οργανώνω, συγκροτώ: ~ το διάβασμά μου/τις διακοπές μου/τη διδασκαλία/τη δράση μου/εκδηλώσεις/περιοδεία/τις σπουδές μου. ~σαν τις κινήσεις τους και πέτυχαν τον στόχο τους. ~εται η κατασκευή νέου σιδηροδρομικού σταθμού. ~ονται σημαντικά έργα για τα επόμενα χρόνια. Σειρά απεργιακών κινητοποιήσεων έχουν ~σει οι εργαζόμενοι στα ... Η επόμενη συνάντηση ~στηκε για τις ... Το βιβλίο έχει ~στεί να κυκλοφορήσει σε δύο χρόνια. Πβ. προσχεδιάζω. Βλ. επανα~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. δημιουργώ πρόγραμμα, χρησιμοποιώντας γλώσσα υπολογιστή· γενικότ. ρυθμίζω τη λειτουργία ηλεκτρικής ή ηλεκτρονικής μηχανής, συσκευής: ~ το βίντεο/ένα όργανο μέτρησης/ένα ρομπότ/την τηλεόραση. ~όμενος θερμοστάτης χώρου. ● Μτχ.: προγραμματισμένος , η, ο 1. που έχει εκ των προτέρων σχεδιαστεί, ενταχθεί σε πρόγραμμα: ~ος: αγώνας/διάλογος/έλεγχος/χρόνος. ~η: διακοπή (ρεύματος)/εκδρομή/επίσκεψη/ομιλία/πρεμιέρα/σύσκεψη. ~ο: γεύμα/δρομολόγιο/ραντεβού/ταξίδι. ~ες: εργασίες. Η αναχώρηση του πλοίου έγινε στην ~η ώρα απόπλου. Πβ. προμελετημένος, προσχεδιασμένος.|| ~ος: άνθρωπος (= οργανωμένος, συγκροτημένος). ΑΝΤ. απρογραμμάτιστος (1) 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που η εξέλιξή του κατευθύνεται από προϋπάρχουσες γενετικές οδηγίες: ~ος: κυτταρικός θάνατος (= απόπτωση). [< γαλλ. programmer, 1917, αγγλ. program]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.