Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [1-2]


  • προεόρτια προ-ε-όρ-τι-α ουσ. (ουδ.) (τα) ΑΝΤ. μεθεόρτια 1. (μτφ.) οτιδήποτε προαναγγέλλει ένα γεγονός, συνήθ. δυσάρεστο: ~ ήττας/νίκης. ~ αντιδράσεων για το νέο νομοσχέδιο. Πβ. προανάκρουσμα. 2. οι παραμονές μιας γιορτής και οι σχετικές πανηγυρικές εκδηλώσεις: τα ~ του Δεκαπενταύγουστου/του Ευαγγελισμού/των Φώτων. [< μεσν. προεόρτια]
  • προεόρτιος , α, ο προ-ε-όρ-τι-ος επίθ. (λόγ.): που πραγματοποιείται, που συμβαίνει πριν από εορτή: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ος: Εσπερινός. ΑΝΤ. μεθεόρτιος ● επίρρ.: προεορτίως [< μτγν. προεόρτιος]