Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • προθυμοποιούμαι [προθυμοποιοῦμαι] προ-θυ-μο-ποι-ού-μαι ρ. (αμτβ.) {προθυμοποι-είται ... | προθυμοποι-ήθηκε, -ούμενος, (σπάν.) -ημένος}: δείχνω προθυμία για κάτι: ~ήθηκε να μας μεταφέρει με το αυτοκίνητό του στο λιμάνι. Κανείς δεν ~ήθηκε να με βοηθήσει. Πβ. προσφέρομαι, φιλοτιμούμαι. [< μτγν. προθυμοποιοῦμαι, γαλλ. s΄empresser]