προκριματικός , ή, ό προ-κρι-μα-τι-κός επίθ.: που προετοιμάζει την τελική κρίση ή επιλογή: ~ός: διαγωνισμός/όμιλος. ~ή: διαδικασία/ζώνη/κούρσα/σειρά. ~ό: γκρουπ/στάδιο/τουρνουά. ~ές: εκλογές/εξετάσεις. Ξεκινά/ολοκληρώθηκε η ~ή φάση του παγκοσμίου κυπέλλου. ~ή επιτροπή φεστιβάλ κινηματογράφου. Πέρασε/προκρίθηκε στον τρίτο ~ό γύρο. ● Ουσ.: προκριματικά (τα): ΑΘΛ. φάση αθλητικής διοργάνωσης ή διαγωνισμού που αναδεικνύει όσους θα αγωνιστούν ή θα διαγωνιστούν στον επόμενο γύρο, συνήθ. στον (προ)ημιτελικό: Τα ~ θα διεξαχθούν/λάβουν χώρα σε διάφορες πόλεις. Η ομάδα αποκλείστηκε στα ~. (για δρομείς ή κολυμβητές) Πέτυχε νέο ρεκόρ/τον καλύτερο χρόνο στα ~ των εκατό μέτρων. ● ΣΥΜΠΛ.: προκριματικός (αγώνας): ΑΘΛ. αναμέτρηση στην οποία αγωνίζονται αθλητές ή ομάδες με στόχο τη νίκη, ώστε να προκριθούν στον επόμενο γύρο: ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων/νεανίδων. ~οί ~ες κολύμβησης/κωπηλασίας/στίβου. [< πβ. μεσν. προκριματικός ΄που φέρνει μειονέκτημα΄, γαλλ. éliminatoire]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.