Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • προκριματικός , ή, ό προ-κρι-μα-τι-κός επίθ.: που προετοιμάζει την τελική κρίση ή επιλογή: ~ός: διαγωνισμός/όμιλος. ~ή: διαδικασία/ζώνη/κούρσα/σειρά. ~ό: γκρουπ/στάδιο/τουρνουά. ~ές: εκλογές/εξετάσεις. Ξεκινά/ολοκληρώθηκε η ~ή φάση του παγκοσμίου κυπέλλου. ~ή επιτροπή φεστιβάλ κινηματογράφου. Πέρασε/προκρίθηκε στον τρίτο ~ό γύρο. ● Ουσ.: προκριματικά (τα): ΑΘΛ. φάση αθλητικής διοργάνωσης ή διαγωνισμού που αναδεικνύει όσους θα αγωνιστούν ή θα διαγωνιστούν στον επόμενο γύρο, συνήθ. στον (προ)ημιτελικό: Τα ~ θα διεξαχθούν/λάβουν χώρα σε διάφορες πόλεις. Η ομάδα αποκλείστηκε στα ~. (για δρομείς ή κολυμβητές) Πέτυχε νέο ρεκόρ/τον καλύτερο χρόνο στα ~ των εκατό μέτρων. ● ΣΥΜΠΛ.: προκριματικός (αγώνας): ΑΘΛ. αναμέτρηση στην οποία αγωνίζονται αθλητές ή ομάδες με στόχο τη νίκη, ώστε να προκριθούν στον επόμενο γύρο: ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων/νεανίδων. ~οί ~ες κολύμβησης/κωπηλασίας/στίβου. [< πβ. μεσν. προκριματικός ΄που φέρνει μειονέκτημα΄, γαλλ. éliminatoire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.