Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • προλόγισμα προ-λό-γι-σμα ουσ. (ουδ.) & προλόγιση (η): γράψιμο ή σύνταξη προλόγου· συνεκδ. πρόλογος: ~ βιβλίου. ~ του συγγραφέα.|| Σύντομο ~. [< μεσν. προλόγισμα ΄προκαταρκτική σκέψη΄]