Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • προξενώ [προξενῶ] προ-ξε-νώ ρ. (μτβ.) {προξεν-είς ... | προξέν-ησα, -είται, -ήθηκε, -ώντας}: αποτελώ την αιτία ή την αφορμή για κάτι, συνήθ. δυσάρεστο, οδηγώ σε ορισμένο αποτέλεσμα: ~ άγχος/ευχαρίστηση (πβ. χαροποιώ)/λύπη/πανικό/πόνο/συγκίνηση. Ανησυχία/απορία/εντύπωση ~εί (το γεγονός) ότι ... Δεν μου ~εί έκπληξη η στάση του. Άγνωστοι ~ησαν μεγάλες υλικές ζημιές σε καταστήματα. Σοβαρές καταστροφές ~ήθηκαν από τον σεισμό. ΣΥΝ. επιφέρει, προκαλώ (1) [< αρχ. προξενῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.