Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • προοιωνίζεται προ-οι-ω-νί-ζε-ται ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} & προοιωνίζει (λόγ.): προδιαγράφεται μια αρνητική συνήθ. εξέλιξη: ~εται (= προβλέπεται) δυσοίωνο/λαμπρό μέλλον. Οι αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου ~ονται δύσκολο χειμώνα. Μεγάλη πτώση στο χρηματιστήριο ~ει η κίνηση των μετοχών. Πβ. προμηνύω. [< μεσν. προοιωνίζομαι]