Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • προσεισμός προ-σει-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΦ. σεισμική δόνηση που προηγείται χρονικά του κυρίως σεισμού και είναι μικρότερου μεγέθους. ΑΝΤ. μετασεισμός [< αγγλ. foreshock, 1902]