προσλαμβάνω προ-σλαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {προσέλαβε, προσλάβει, προσλήφ-θηκε (λόγ.) προσελήφ-θη, μτχ. προσληφ-θείς, -θείσα, -έν), -θεί, προσλαμβαν-όμενος, προσλαμβάν-οντας} 1. παίρνω κάποιον στην υπηρεσία μου, του αναθέτω έναντι μισθού ή αμοιβής ορισμένη εργασία: ~ γραμματέα/εργάτες/ερευνητές/(έκτακτο/τακτικό) προσωπικό/τεχνίτες/υπαλλήλους. Τον προσέλαβε στις επιχειρήσεις του ως σύμβουλο. Τον προσέλαβαν, για να σκηνοθετήσει την παράσταση. Εταιρεία ενδιαφέρεται/επιθυμεί/ζητά να προσλάβει μηχανικό. ~εται με σύμβαση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου/με σχέση ιδιωτικού δικαίου. ~θη στη θέση του διευθυντή. ~θηκαν ως αναπληρωτές εκπαιδευτικοί. Έχουν ~θεί για την κάλυψη εποχικών αναγκών. Οι ~θέντες μέσω ΑΣΕΠ. Βλ. επανα~, διορίζω. ΑΝΤ. απολύω (1) 2. αποκτώ συνήθ. νέα ή πρόσθετη μορφή, χαρακτηριστικό, ιδιότητα, στοιχείο: Το περιστατικό προσέλαβε μεγάλη δημοσιότητα. Η λέξη έχει προσλάβει διαφορετικό νόημα.|| Με την κατάλληλη διατροφή ~εται (: απορροφάται, αφομοιώνεται) από τον οργανισμό ικανή ποσότητα βιταμινών.3. αντιλαμβάνομαι, ερμηνεύω, εκλαμβάνω κάτι με συγκεκριμένο τρόπο: ~ει την πραγματικότητα με εντελώς διαφορετικό τρόπο από εμένα. ● ΣΥΜΠΛ.: προσλαμβάνουσες παραστάσεις: ΨΥΧΟΛ. αυτές που έχουν καταγραφεί στη συνείδηση και συμβάλλουν στην αφομοίωση άλλων παρόμοιων: Έχει ~ ~, άμεση αντίληψη. ● ΦΡ.: παίρνει/λαμβάνει/προσλαμβάνει διαστάσεις βλ. διάσταση [< 1: αρχ. προσλαμβάνω 2: γαλλ. acquérir]
διάσταση
διάστασηδι-ά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΜ. {συνήθ. στον πληθ.} κάθε μέγεθος (κυρ. μήκος, πλάτος και ύψος) που ορίζει την έκταση ενός υλικού σώματος, σχήματος ή/και χώρου προς μία ή περισσότερες κατευθύνσεις: εσωτερικές/μέγιστες ~άσεις. Οι ~άσεις ενός δωματίου/οικοπέδου/τραπεζιού. Έργο γιγαντιαίων/μικρών/μνημειακών ~άσεων. Πίνακας ζωγραφικής ~άσεων 60 Χ 60 εκ. Πισίνα ολυμπιακών ~άσεων. Βλ. όγκος.|| (μόνο στον πληθ., κυρ. για γυναίκες: η περιφέρεια του στήθους, της μέσης και των γοφών, συνήθ. σε εκατοστά:) Έχει ιδανικές ~άσεις (: αναλογίες) για μοντέλο. (κυριολ.) Παίρνω τις ~άσεις (: τα μέτρα). Βλ. μονο-, δισ-, πολυ-διάστατος.2. {συνήθ. στον πληθ.} εμβέλεια, μέγεθος ενός γεγονότος ή φαινομένου: πρόβλημα παγκοσμίων/πλανητικών ~άσεων. Έδωσαν μεγάλη ~ στη ... Η πραγματική ~ των γεγονότων. Προσδίδει άλλες διαστάσεις.3. (μτφ.) άποψη, πλευρά: αισθητική/ανθρωπιστική/περιβαλλοντική ~ (π.χ. ενός ζητήματος). Η διαπολιτισμική/ευρωπαϊκή ~ στην εκπαίδευση. Η ηθική/ιστορική ~ του θέματος. Η τέχνη στην κοινωνική της ~. Πβ. παράγοντας, παράμετρος, πτυχή.4. διαφορά, αντίθεση: ~ απόψεων για ... ~ λόγων και έργων. Η κοινή γνώμη βρίσκεται/είναι σε ~ με τους πολιτικούς. Πβ. ρήξη. ΑΝΤ. ομοφωνία (1) 5. (σπάν.) απομάκρυνση, διαχωρισμός: η ~ σώματος και ψυχής.|| (ΓΥΜΝ.) Τα πόδια σε ~ (: ανοικτά προς το πλάι, σπανιότ. και για τα χέρια).|| (ΧΗΜ., αντίδραση διαχωρισμού ενός μορίου σε απλούστερα μόρια, άτομα ή ρίζες:) Βαθμός/ενέργεια ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: διάσταση διανυσματικού χώρου: ΜΑΘ. το πλήθος των στοιχείων της βάσης του., η τέταρτη διάσταση: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. ο χρόνος, σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας., η τρίτη διάσταση: (στις εικαστικές κυρ. τέχνες) το βάθος, η προοπτική που διαφοροποιεί ένα στερεό σώμα από το δισδιάστατο σχέδιό του. Πβ. φόντο. Βλ. τρισδιάστατος. ● ΦΡ.: παίρνει/λαμβάνει/προσλαμβάνει διαστάσεις: για πρόβλημα που επιδεινώνεται ραγδαία: Κάτι ~ ανεξέλεγκτες/ανησυχητικές/απρόσμενες/εκρηκτικές/(τρομακτικά) μεγάλες/νέες ~. ~ ~ μάστιγας/σκανδάλου. Το ζήτημα/η υπόθεση έχει λάβει σοβαρές ~. Το πρόβλημα έχει προσλάβει επικίνδυνες ~. Διαστάσεις επιδημίας έχει πάρει η νόσος., σε διάσταση/εν διαστάσει: ΝΟΜ. (για ανδρόγυνο) που ζει χωριστά, χωρίς να έχει πάρει διαζύγιο: Είναι/βρίσκονται σε ~.|| Οι εν διαστάσει γονείς. [< αρχ. διάστασις, γαλλ.-αγγλ. dimension]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.