αλτ1[ἅλτ] επιφών.: διεθνές στρατιωτικό ή γυμναστικό παράγγελμα για ακινητοποίηση, σταμάτημα: Λόχος, ~! ~! Προσοχή! Πβ. ακίνητος! στάσου! στοπ! ΑΝΤ. μαρς || (μτφ.) ~ (= στοπ, τέρμα) στη φοροδιαφυγή. ● ΦΡ.: Αλτ! Τις ει; (ως παράγγελμα): ΣΤΡΑΤ. Ακίνητος! Ποιος είσαι; ~ ~; φώναξε ο σκοπός της πύλης. [< γαλλ. halte]
διάσπασηδι-ά-σπα-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαίρεση, διάλυση συνόλου σε μικρότερα μέρη, κατακερματισμός· κατ' επέκτ. αποδιοργάνωση: ~ του κόμματος/κράτους (σε κρατίδια· πβ. διαμελισμός). ~ αρμοδιοτήτων σε πολλά υπουργεία και υπηρεσίες (πβ. καταμερισμός). Οι νέες εταιρείες που θα προκύψουν από τη ~ θα είναι αυτοτελείς. Βλ. πολυ~.|| ~ της αμυντικής γραμμής/του μετώπου (πβ. ρήξη). ~ της ενότητας/κοινωνικής συνοχής (πβ. αποδιάρθρωση, αποσύνθεση).|| (ΟΙΚΟΝ.) Ανοδική/πτωτική ~. ~ μετοχών. 2. ΧΗΜ. χημική αντίδραση κατά την οποία κρυσταλλικά στερεά, μόρια ή χημικές ενώσεις διαχωρίζονται στα συστατικά τους μέρη: ενζυματική/ηλεκτρική/θερμική/καταλυτική/οξειδωτική ~. ~ πρωτεϊνών/υδρογονανθράκων.|| (ΦΥΣ.) ~ της ύλης. Βλ. βιο~, φωτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: διάσπαση του ατόμου: ΦΥΣ. ΠΥΡ. πυρηνική σχάση. [< αγγλ. atom-splitting, 1939], διάσπαση/απόσπαση (της) προσοχής: ΨΥΧΟΛ. μαθησιακή δυσκολία που χαρακτηρίζεται από αδυναμία (αυτο)συγκέντρωσης: ~ ~ και υπερκινητικότητα παιδιών και εφήβων. Βλ. ΔΕΠ-Υ. [< γαλλ. distraction] [< 1: αρχ. διάσπασις 2: αγγλ. dissociation, γαλλ. désintégration]
ελλειμματικός, ή, ό [ἐλλειμματικός] ελ-λειμ-μα-τι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. που παρουσιάζει έλλειμμα: ~ός: προϋπολογισμός. ~ό: ισοζύγιο. ~ές: επιχειρήσεις. ~ά: ασφαλιστικά ταμεία. Βλ. παθητικό. ΑΝΤ. πλεονασματικός (1) 2. (μτφ.) ελλιπής, ανεπαρκής: ~ή: δημοκρατία/εφαρμογή (νομοθεσίας, οδηγιών)/χρηματοδότηση. ● επίρρ.: ελλειμματικά ● ΣΥΜΠΛ.: διαταραχή ελλειμματικής προσοχής: ΨΥΧΙΑΤΡ. παιδοψυχιατρική διαταραχή με κύρια συμπτώματα την απροσεξία, την υπερκινητικότητα και την παρορμητικότητα. Βλ. ΔΕΠ-Υ. Πβ. διάσπαση/απόσπαση (της) προσοχής.[< αγγλ. attention deficit disorder, 1978]
ενδιαφέρον[ἐνδιαφέρον] εν-δι-α-φέ-ρον ουσ. (ουδ.) {ενδιαφέρ-οντος | -οντα} 1. διάθεση κάποιου να ασχοληθεί με κάτι που του εξάπτει την προσοχή ή την περιέργεια: Υπάρχει αυξανόμενο/αυξημένο/έντονο/ζωηρό ~ για συνεργασία. ~ σχετικά με … Το θέμα δεν μου κινεί/προκαλεί το ~. Δεν βρίσκω (κανένα) ~ στη ... Έχασα το ~ μου. Έδειξε/εκδήλωσε άμεσο/έμπρακτο/ιδιαίτερο/όψιμο/πραγματικό/προσποιητό/προσωπικό/συγκινητικό/φιλικό ~ (= ενδιαφέρθηκε) για το πρόβλημά τους. Βιβλίο/διδακτική μέθοδος που διεγείρει/κεντρίζει/κινητοποιεί/ξυπνά/προσελκύει/τονώνει/τραβά το ~ των μαθητών. Επισύρει/παρακινεί/πυροδοτεί/υποκινεί το ~. Παρακολούθησα με αμείωτο/μεγάλο ~ (= προσήλωση) την εκπομπή. Με άκουσε χωρίς ~. Το κύριο ~ μου εστιάζεται στο ...|| Υπόθεση με δημόσιο ~. Το επενδυτικό ~ στράφηκε στις αγορές ομολόγων. Ρωτώ από επαγγελματικό ~.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Αίτηση/πρόσκληση εκδήλωσης ~οντος (για πλήρωση θέσης).|| Βασικό/πρωταρχικό του ~ είναι η ... (= μέλημα, μέριμνα, φροντίδα). ΑΝΤ. αδιαφορία (1) 2. (κατ' επέκτ.) η ιδιότητα που έχει κάτι να δημιουργεί την αντίστοιχη διάθεση: θέματα ειδικού/ευρύτερου/περιορισμένου/υψίστου ~οντος. Διαδρομή με ~ (= ενδιαφέρουσα). Μήνυμα χωρίς ~/που στερείται ~οντος (= αδιάφορο). Η συζήτηση απέκτησε/έχει ~. Αυτό που δίνει ~ (= νόημα) στη ζωή είναι ... Το ~ είναι ότι ... (πβ. αξιοπρόσεκτο, αξιοσημείωτο).|| Άρθρα επιστημονικού/ιατρικού/φιλολογικού ~οντος. Η περιοχή παρουσιάζει αρχαιολογικό ~. 3. ιδιαίτερη συμπάθεια, κυρ. ερωτική: Της έδειξε/εξέφρασε το ~ του. Δεν έκρυψε το ~ της για κείνον. ● ενδιαφέροντα (τα): δραστηριότητες που προσφέρουν ψυχική ή πνευματική ικανοποίηση: αθλητικά/ερευνητικά/καλλιτεχνικά/λογοτεχνικά/πολυποίκιλα ~. Έχουμε άλλα/διαφορετικά/κοινά ~. Το σινεμά δεν ανήκει στα ~ά μου. Πβ. χόμπι. ΣΥΝ. ενασχολήσεις ● ΦΡ.: στο επίκεντρο/στο κέντρο του ενδιαφέροντος/της προσοχής: για το βασικό θέμα που απασχολεί μια ομάδα, κοινότητα: Η οικονομία βρίσκεται ~ ~. [< γαλλ. intérêt, αγγλ. interest, γερμ. Interesse]
τελικοποίηση
[ἐφιστῶ] ε-φι-στώ ρ. (μτβ.) {εφιστ-ά ... | επέστ-ησα, επιστ-ήσει, εφιστ-ώντας}: στη ● ΦΡ.: εφιστώ την προσοχή (απαιτ. λεξιλόγ.): κάνω κάποιον να προσέξει κάτι· προειδοποιώ: Θα ήθελα να επιστήσω (εσφαλμ. εφιστήσω) ~ σας/εφιστάται η ~ σας σε ένα σοβαρό θέμα. Πβ. επισύρω. [< μτγν. ἐφιστῶ ‘βάζω από πάνω’]
κλέβωκλέ-βω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έκλε-ψα (λόγ. μτχ. κλέψας), κλέ-ψει, κλέ-φτηκε (λόγ. εκλάπ-η, -ησαν, μτχ. κλαπ-είς, -είσα, -έν), κλέβ-οντας, (λόγ. μτχ. ενεστ.) κλέπτ-ων, κλε-μμένος} 1. οικειοποιούμαι κάτι με αθέμιτο τρόπο, συχνά έπειτα από διάρρηξη· (για πρόσ.) απάγω: Μου ~ψαν το κινητό/τα κλειδιά/την πιστωτική κάρτα/το σπίτι (= το διέρρηξαν)/τα χρήματα. Τον ~ψαν μέρα μεσημέρι/μπροστά στα μάτια δεκάδων περαστικών (: του άρπαξαν την τσάντα, το πορτοφόλι). Τον έπιασαν να ~ει (= διαπράττει κλοπή). Αρχειακό υλικό ~η από αγνώστους. Πίνακες ~ησαν από το μουσείο. ~μμένοι: θησαυροί. ~μμένα: κοσμήματα. Ανάκτηση/επιστροφή ~μμένης ιδιοκτησίας/περιουσίας. Οι ληστές διέφυγαν με ~μμένο όχημα. Πβ. απλώνω χέρι, αρπάζω, βουτώ, κάνω κάτι τσιμπητό, λαφυραγωγώ, ληστεύω, λυμαίνομαι, ξαφρίζω, ξεγυμνώνω, ρουφώ, σουφρώνω, τρώω, τσεπώνω, υπεξαιρώ, χουφτώνω, ψειρίζω.|| ~ψαν απόρρητα μυστικά/έγγραφα/κωδικούς πρόσβασης/προσωπικά δεδομένα/στοιχεία λογαριασμών. Πβ. υποκλέπτω.|| (για πνευματικά δικαιώματα:) Του ~ψε τη θεωρία/τις ιδέες. Πβ. ιδιοποιούμαι, παίρνω.|| (προφ.) Της ~ψαν το μωρό. (παλαιότ., για εκούσια απαγωγή γυναίκας, με σκοπό τον γάμο, όταν δεν υπήρχε η συγκατάθεση των γονέων:) Την ~ψε. ~φτηκε με τον αγαπημένο της. 2. (μτφ.) στερώ από κάποιον κάτι που δικαιωματικά του ανήκει ή που δεν θα ήθελε να δώσει: Του ~ψε την ευκαιρία/τη νίκη (μέσα από τα χέρια)/τα πρωτεία/την πρωτοκαθεδρία. Προσπάθησε να ~ψει λίγη από τη δημοσιότητά/δόξα/λάμψη του. Μην ~εις από το πιάτο μου (: μη μου παίρνεις το φαγητό)! ~μμένος: χρόνος. ~μμένη: ευτυχία/ομορφιά. ~μμένα: όνειρα (: δανεικά).|| Ο παίκτης ~ψε την μπάλα και βγήκε στην αντεπίθεση (: πήρε την κατοχή της από αντίπαλο).|| Θα σου ~ψω ένα φιλί (: θα καταφέρω να σε φιλήσω)! 3. (μτφ.) παραπλανώ κάποιον (σε περίπτωση συναλλαγής), αποσκοπώντας στο προσωπικό μου όφελος· παραβιάζω τους κανόνες παιχνιδιού ή εξεταστικής διαδικασίας· εξαπατώ, ξεγελώ: ~ει το Δημόσιο/την εφορία/το κράτος (: φορο-διαφεύγει, -κλέπτει· βλ. καταχρώμαι). (για έμπορο:) ~ει τους καταναλωτές/πελάτες (πβ. γδέρνω). ~ει στο ζύγι/στις τιμές. Βλ. κατα~.|| ~ει στα χαρτιά/στο πόκερ. ~ψε στις εξετάσεις/στο διαγώνισμα (: αντέγραψε). Μην ~εις (= μην κάνεις ζαβολιά)! ~μμένες: εκλογές (: στις οποίες έγινε νοθεία). 4. (μτφ.-προφ.) εξοικονομώ, ξεκλέβω: Θα ~ψω λίγο χρόνο (απ' τις δουλειές μου), για να 'ρθω να σε δω. Θα ~ψουμε λίγο (χώρο) απ' τις εικόνες, για να χωρέσει το κείμενο. Πβ. γλιτώνω. ● ΦΡ.: κλέβω την προσοχή/τα βλέμματα & (σπάν.) το ενδιαφέρον: αποσπώ την προσοχή, συνήθ. συγκεντρωμένου πλήθους: Αξιοθέατα που ~ουν ~ των επισκεπτών. ~ψε ~ του κοινού., σαν να κλέβω/κλέβει εκκλησία (προφ.): για κάτι πολύ εύκολο: Άμα παίξω εναντίον σου, θα είναι ~ ~ (: είναι σίγουρο ότι θα σε νικήσω)!, συνελήφθη κλέπτων οπώρας (λόγ.-ειρων.): πιάστηκε επ' αυτοφώρω: Πλαστογράφος που ~ ~. Πβ. πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα., άρπαξε να φας και κλέψε να 'χεις βλ. αρπάζω, δούλεψε να φας και κλέψε να ’χεις βλ. δουλεύω, έκλεψε/κέρδισε τις εντυπώσεις βλ. εντύπωση, καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου βλ. καρδιά, κλέβει την παράσταση βλ. παράσταση, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά [< μεσν. κλέβω]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ