Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • προσοχή προ-σο-χή ουσ. (θηλ.) 1. προσήλωση του νου σε κάτι, συγκέντρωση σε συγκεκριμένο (απτό ή νοητό) αντικείμενο: έλλειψη/(εξ)άσκηση/εξασφάλιση (της) ~ής. Αποσπώ την ~ κάποιου. Παρακολουθώ το μάθημα με ~. Επικεντρώνω/εστιάζω την ~ μου στην εισήγηση/στον ομιλητή. Έχει στραμμένη την ~ του στην επικείμενη αναμέτρηση (πβ. ενδιαφέρον). Απομάκρυνε την ~ του από τα προβλήματα. Δίνει ~ στα διεθνή θέματα. Είναι άξιο προσοχής ότι … Η έκθεση/ταινία αξίζει την ~/της ~ής του κοινού. Έχει τεταμένη την ~ή του. Οι εικόνες/τα πολυμέσα κινούν/προσελκύουν/τραβούν την ~ των μαθητών. Το ζήτημα δεν διέφυγε την ~ (συχνότ. εσφαλμ. της ~ής) μου. Το θέμα δεν έχει τύχει της ής που του αξίζει. Άκουσα/διάβασα/εξέτασα/μελέτησα κάτι με ~. Σημεία/στοιχεία άξια ~ής. ΑΝΤ. αβλεψία, απροσεξία 2. επαγρύπνηση, ώστε να αποφευχθεί κάτι, μέριμνα, φροντίδα, επιμέλεια: Απαιτείται/χρειάζεται μεγάλη ~, για να μην κάνουμε λάθος. Επιδεικνύει ιδιαίτερη ~, όταν οδηγεί. Με τη δέουσα/με λίγη ~ μπορούμε να ... Η υγεία σας θέλει ~. Τα παιδιά έχουν ανάγκη την ~ μας. Κάνω κάτι με ~ (= προσεκτικά). Η δυσμενής κατάσταση επέσυρε την ~ της πολιτείας/των πολιτών. Πβ. περίσκεψη, σύνεση, φρόνηση. ● ΣΥΜΠΛ.: στάση προσοχής: όρθια θέση κατά την οποία το σώμα είναι ακίνητο, τα χέρια εφάπτονται σε αυτό και τα πόδια είναι ενωμένα: Σταθήκαμε σε ~ ~ για την έπαρση/υποστολή της σημαίας., διάσπαση/απόσπαση (της) προσοχής βλ. διάσπαση, διαταραχή, ελλειμματική προσοχή βλ. ελλειμματικός ● ΦΡ.: βαράει προσοχή/προσοχές & (σπάν.) χτυπάει προσοχή/προσοχές (προφ.-μειωτ.): επιδεικνύει υποτακτική συμπεριφορά: ~ ~ στους επισήμους., μετά προσοχής (λόγ.): προσεκτικά, με σύνεση: Το φάρμακο πρέπει να χορηγείται ~ ~., προσοχή (επιφωνηματικά ή ελλειπτικά) 1. πρόσεχε ή πρόσεξε, φυλάξου: ~ στις απομιμήσεις/στον δρόμο/στις ηλεκτρονικές απάτες/στον ήλιο/στο κενό/στα λάθη! ~ επείγον/ιός/κίνδυνος/παγίδα/σκύλος! ~, μη βιάζεστε! ~! Εκτελούνται έργα. 2. (συνήθ. ΣΤΡΑΤ.) παράγγελμα για να σταθεί κάποιος όρθιος και ακίνητος σε στάση προσοχής. Βλ. αλτ1, ανάπαυση., στέκομαι προσοχή: σε στάση προσοχής· κατ' επέκτ. υπακούω από σεβασμό, φόβο ή δουλοπρέπεια: (ΣΤΡΑΤ.) Στάθηκε ~ και χαιρέτησε στρατιωτικά. Σταθήκαμε ~ για την ανάκρουση του Eθνικού Ύμνου.|| Μπροστά στον πατέρα του ~εται ~. Πβ. κάθομαι/στέκομαι κλαρίνο/σούζα/απίκο. , εφιστώ την προσοχή βλ. εφιστώ, κλέβω την προσοχή/τα βλέμματα βλ. κλέβω, στο επίκεντρο/στο κέντρο του ενδιαφέροντος/της προσοχής βλ. ενδιαφέρον [< αρχ. προσοχή, γαλλ.-αγγλ. attention]

αλτ<sup>1</sup>

αλτ<sup>1</sup>[ἅλτ] επιφών.: διεθνές στρατιωτικό ή γυμναστικό παράγγελμα για ακινητοποίηση, σταμάτημα: Λόχος, ~! ~! Προσοχή! Πβ. ακίνητος! στάσου! στοπ! ΑΝΤ. μαρς || (μτφ.) ~ (= στοπ, τέρμα) στη φοροδιαφυγή. ● ΦΡ.: Αλτ! Τις ει; (ως παράγγελμα): ΣΤΡΑΤ. Ακίνητος! Ποιος είσαι; ~ ~; φώναξε ο σκοπός της πύλης. [< γαλλ. halte]

διάσπαση

διάσπασηδι-ά-σπα-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαίρεση, διάλυση συνόλου σε μικρότερα μέρη, κατακερματισμός· κατ' επέκτ. αποδιοργάνωση: ~ του κόμματος/κράτους (σε κρατίδια· πβ. διαμελισμός). ~ αρμοδιοτήτων σε πολλά υπουργεία και υπηρεσίες (πβ. καταμερισμός). Οι νέες εταιρείες που θα προκύψουν από τη ~ θα είναι αυτοτελείς. Βλ. πολυ~.|| ~ της αμυντικής γραμμής/του μετώπου (πβ. ρήξη). ~ της ενότητας/κοινωνικής συνοχής (πβ. αποδιάρθρωση, αποσύνθεση).|| (ΟΙΚΟΝ.) Ανοδική/πτωτική ~. ~ μετοχών. 2. ΧΗΜ. χημική αντίδραση κατά την οποία κρυσταλλικά στερεά, μόρια ή χημικές ενώσεις διαχωρίζονται στα συστατικά τους μέρη: ενζυματική/ηλεκτρική/θερμική/καταλυτική/οξειδωτική ~. ~ πρωτεϊνών/υδρογονανθράκων.|| (ΦΥΣ.) ~ της ύλης. Βλ. βιο~, φωτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: διάσπαση του ατόμου: ΦΥΣ. ΠΥΡ. πυρηνική σχάση. [< αγγλ. atom-splitting, 1939], διάσπαση/απόσπαση (της) προσοχής: ΨΥΧΟΛ. μαθησιακή δυσκολία που χαρακτηρίζεται από αδυναμία (αυτο)συγκέντρωσης: ~ ~ και υπερκινητικότητα παιδιών και εφήβων. Βλ. ΔΕΠ-Υ. [< γαλλ. distraction] [< 1: αρχ. διάσπασις 2: αγγλ. dissociation, γαλλ. désintégration]

ελλειμματικός

ελλειμματικός, ή, ό [ἐλλειμματικός] ελ-λειμ-μα-τι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. που παρουσιάζει έλλειμμα: ~ός: προϋπολογισμός. ~ό: ισοζύγιο. ~ές: επιχειρήσεις. ~ά: ασφαλιστικά ταμεία. Βλ. παθητικό. ΑΝΤ. πλεονασματικός (1) 2. (μτφ.) ελλιπής, ανεπαρκής: ~ή: δημοκρατία/εφαρμογή (νομοθεσίας, οδηγιών)/χρηματοδότηση. ● επίρρ.: ελλειμματικά ● ΣΥΜΠΛ.: διαταραχή ελλειμματικής προσοχής: ΨΥΧΙΑΤΡ. παιδοψυχιατρική διαταραχή με κύρια συμπτώματα την απροσεξία, την υπερκινητικότητα και την παρορμητικότητα. Βλ. ΔΕΠ-Υ. Πβ. διάσπαση/απόσπαση (της) προσοχής.[< αγγλ. attention deficit disorder, 1978]

ενδιαφέρον

ενδιαφέρον[ἐνδιαφέρον] εν-δι-α-φέ-ρον ουσ. (ουδ.) {ενδιαφέρ-οντος | -οντα} 1. διάθεση κάποιου να ασχοληθεί με κάτι που του εξάπτει την προσοχή ή την περιέργεια: Υπάρχει αυξανόμενο/αυξημένο/έντονο/ζωηρό ~ για συνεργασία. ~ σχετικά με … Το θέμα δεν μου κινεί/προκαλεί το ~. Δεν βρίσκω (κανένα) ~ στη ... Έχασα το ~ μου. Έδειξε/εκδήλωσε άμεσο/έμπρακτο/ιδιαίτερο/όψιμο/πραγματικό/προσποιητό/προσωπικό/συγκινητικό/φιλικό ~ (= ενδιαφέρθηκε) για το πρόβλημά τους. Βιβλίο/διδακτική μέθοδος που διεγείρει/κεντρίζει/κινητοποιεί/ξυπνά/προσελκύει/τονώνει/τραβά το ~ των μαθητών. Επισύρει/παρακινεί/πυροδοτεί/υποκινεί το ~. Παρακολούθησα με αμείωτο/μεγάλο ~ (= προσήλωση) την εκπομπή. Με άκουσε χωρίς ~. Το κύριο ~ μου εστιάζεται στο ...|| Υπόθεση με δημόσιο ~. Το επενδυτικό ~ στράφηκε στις αγορές ομολόγων. Ρωτώ από επαγγελματικό ~.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Αίτηση/πρόσκληση εκδήλωσης ~οντος (για πλήρωση θέσης).|| Βασικό/πρωταρχικό του ~ είναι η ... (= μέλημα, μέριμνα, φροντίδα). ΑΝΤ. αδιαφορία (1) 2. (κατ' επέκτ.) η ιδιότητα που έχει κάτι να δημιουργεί την αντίστοιχη διάθεση: θέματα ειδικού/ευρύτερου/περιορισμένου/υψίστου ~οντος. Διαδρομή με ~ (= ενδιαφέρουσα). Μήνυμα χωρίς ~/που στερείται ~οντος (= αδιάφορο). Η συζήτηση απέκτησε/έχει ~. Αυτό που δίνει ~ (= νόημα) στη ζωή είναι ... Το ~ είναι ότι ... (πβ. αξιοπρόσεκτο, αξιοσημείωτο).|| Άρθρα επιστημονικού/ιατρικού/φιλολογικού ~οντος. Η περιοχή παρουσιάζει αρχαιολογικό ~. 3. ιδιαίτερη συμπάθεια, κυρ. ερωτική: Της έδειξε/εξέφρασε το ~ του. Δεν έκρυψε το ~ της για κείνον.ενδιαφέροντα (τα): δραστηριότητες που προσφέρουν ψυχική ή πνευματική ικανοποίηση: αθλητικά/ερευνητικά/καλλιτεχνικά/λογοτεχνικά/πολυποίκιλα ~. Έχουμε άλλα/διαφορετικά/κοινά ~. Το σινεμά δεν ανήκει στα ~ά μου. Πβ. χόμπι. ΣΥΝ. ενασχολήσεις ● ΦΡ.: στο επίκεντρο/στο κέντρο του ενδιαφέροντος/της προσοχής: για το βασικό θέμα που απασχολεί μια ομάδα, κοινότητα: Η οικονομία βρίσκεται ~ ~. [< γαλλ. intérêt, αγγλ. interest, γερμ. Interesse]

τελικοποίηση

τελικοποίηση[ἐφιστῶ] ε-φι-στώ ρ. (μτβ.) {εφιστ-ά ... | επέστ-ησα, επιστ-ήσει, εφιστ-ώντας}: στη ● ΦΡ.: εφιστώ την προσοχή (απαιτ. λεξιλόγ.): κάνω κάποιον να προσέξει κάτι· προειδοποιώ: Θα ήθελα να επιστήσω (εσφαλμ. εφιστήσω) ~ σας/εφιστάται η ~ σας σε ένα σοβαρό θέμα. Πβ. επισύρω. [< μτγν. ἐφιστῶ ‘βάζω από πάνω’]

κλέβω

κλέβωκλέ-βω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έκλε-ψα (λόγ. μτχ. κλέψας), κλέ-ψει, κλέ-φτηκε (λόγ. εκλάπ-η, -ησαν, μτχ. κλαπ-είς, -είσα, -έν), κλέβ-οντας, (λόγ. μτχ. ενεστ.) κλέπτ-ων, κλε-μμένος} 1. οικειοποιούμαι κάτι με αθέμιτο τρόπο, συχνά έπειτα από διάρρηξη· (για πρόσ.) απάγω: Μου ~ψαν το κινητό/τα κλειδιά/την πιστωτική κάρτα/το σπίτι (= το διέρρηξαν)/τα χρήματα. Τον ~ψαν μέρα μεσημέρι/μπροστά στα μάτια δεκάδων περαστικών (: του άρπαξαν την τσάντα, το πορτοφόλι). Τον έπιασαν να ~ει (= διαπράττει κλοπή). Αρχειακό υλικό ~η από αγνώστους. Πίνακες ~ησαν από το μουσείο. ~μμένοι: θησαυροί. ~μμένα: κοσμήματα. Ανάκτηση/επιστροφή ~μμένης ιδιοκτησίας/περιουσίας. Οι ληστές διέφυγαν με ~μμένο όχημα. Πβ. απλώνω χέρι, αρπάζω, βουτώ, κάνω κάτι τσιμπητό, λαφυραγωγώ, ληστεύω, λυμαίνομαι, ξαφρίζω, ξεγυμνώνω, ρουφώ, σουφρώνω, τρώω, τσεπώνω, υπεξαιρώ, χουφτώνω, ψειρίζω.|| ~ψαν απόρρητα μυστικά/έγγραφα/κωδικούς πρόσβασης/προσωπικά δεδομένα/στοιχεία λογαριασμών. Πβ. υποκλέπτω.|| (για πνευματικά δικαιώματα:) Του ~ψε τη θεωρία/τις ιδέες. Πβ. ιδιοποιούμαι, παίρνω.|| (προφ.) Της ~ψαν το μωρό. (παλαιότ., για εκούσια απαγωγή γυναίκας, με σκοπό τον γάμο, όταν δεν υπήρχε η συγκατάθεση των γονέων:) Την ~ψε. ~φτηκε με τον αγαπημένο της. 2. (μτφ.) στερώ από κάποιον κάτι που δικαιωματικά του ανήκει ή που δεν θα ήθελε να δώσει: Του ~ψε την ευκαιρία/τη νίκη (μέσα από τα χέρια)/τα πρωτεία/την πρωτοκαθεδρία. Προσπάθησε να ~ψει λίγη από τη δημοσιότητά/δόξα/λάμψη του. Μην ~εις από το πιάτο μου (: μη μου παίρνεις το φαγητό)! ~μμένος: χρόνος. ~μμένη: ευτυχία/ομορφιά. ~μμένα: όνειρα (: δανεικά).|| Ο παίκτης ~ψε την μπάλα και βγήκε στην αντεπίθεση (: πήρε την κατοχή της από αντίπαλο).|| Θα σου ~ψω ένα φιλί (: θα καταφέρω να σε φιλήσω)! 3. (μτφ.) παραπλανώ κάποιον (σε περίπτωση συναλλαγής), αποσκοπώντας στο προσωπικό μου όφελος· παραβιάζω τους κανόνες παιχνιδιού ή εξεταστικής διαδικασίας· εξαπατώ, ξεγελώ: ~ει το Δημόσιο/την εφορία/το κράτος (: φορο-διαφεύγει, -κλέπτει· βλ. καταχρώμαι). (για έμπορο:) ~ει τους καταναλωτές/πελάτες (πβ. γδέρνω). ~ει στο ζύγι/στις τιμές. Βλ. κατα~.|| ~ει στα χαρτιά/στο πόκερ. ~ψε στις εξετάσεις/στο διαγώνισμα (: αντέγραψε). Μην ~εις (= μην κάνεις ζαβολιά)! ~μμένες: εκλογές (: στις οποίες έγινε νοθεία). 4. (μτφ.-προφ.) εξοικονομώ, ξεκλέβω: Θα ~ψω λίγο χρόνο (απ' τις δουλειές μου), για να 'ρθω να σε δω. Θα ~ψουμε λίγο (χώρο) απ' τις εικόνες, για να χωρέσει το κείμενο. Πβ. γλιτώνω. ● ΦΡ.: κλέβω την προσοχή/τα βλέμματα & (σπάν.) το ενδιαφέρον: αποσπώ την προσοχή, συνήθ. συγκεντρωμένου πλήθους: Αξιοθέατα που ~ουν ~ των επισκεπτών. ~ψε ~ του κοινού., σαν να κλέβω/κλέβει εκκλησία (προφ.): για κάτι πολύ εύκολο: Άμα παίξω εναντίον σου, θα είναι ~ ~ (: είναι σίγουρο ότι θα σε νικήσω)!, συνελήφθη κλέπτων οπώρας (λόγ.-ειρων.): πιάστηκε επ' αυτοφώρω: Πλαστογράφος που ~ ~. Πβ. πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα., άρπαξε να φας και κλέψε να 'χεις βλ. αρπάζω, δούλεψε να φας και κλέψε να ’χεις βλ. δουλεύω, έκλεψε/κέρδισε τις εντυπώσεις βλ. εντύπωση, καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου βλ. καρδιά, κλέβει την παράσταση βλ. παράσταση, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά [< μεσν. κλέβω]