Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • προσπαθώ [προσπαθῶ] προ-σπα-θώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προσπαθ-είς ..., -ώντας | προσπάθ-ησα, -ήσει} 1. επιχειρώ να πετύχω έναν στόχο, επιστρατεύοντας τις δυνάμεις μου: ~ να βοηθήσω. Έχει ~ήσει απεγνωσμένα/κατ' επανάληψη/μάταια να βρει δουλειά/να κόψει το κάπνισμα. Θα ~ήσω για το καλύτερο. Άδικα ~είς να του αλλάξεις γνώμη. Η Αστυνομία ~εί να εξιχνιάσει το έγκλημα. Πβ. αγωνίζομαι. 2. δοκιμάζω να κάνω κάτι: ~ να θυμηθώ το όνομα κάποιου. Έχω ~ήσει πολλές φορές να του μιλήσω, αλλά δεν συνεννοούμαστε. Πβ. αποπειρώμαι. [< μτγν. προσπαθῶ ‘διακατέχομαι από πάθος’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.