Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • προσπαθώ [προσπαθῶ] προ-σπα-θώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προσπαθ-είς ..., -ώντας | προσπάθ-ησα, -ήσει} 1. επιχειρώ να πετύχω έναν στόχο, επιστρατεύοντας τις δυνάμεις μου: ~ να βοηθήσω. Έχει ~ήσει απεγνωσμένα/κατ' επανάληψη/μάταια να βρει δουλειά/να κόψει το κάπνισμα. Θα ~ήσω για το καλύτερο. Άδικα ~είς να του αλλάξεις γνώμη. Η Αστυνομία ~εί να εξιχνιάσει το έγκλημα. Πβ. αγωνίζομαι. 2. δοκιμάζω να κάνω κάτι: ~ να θυμηθώ το όνομα κάποιου. Έχω ~ήσει πολλές φορές να του μιλήσω, αλλά δεν συνεννοούμαστε. Πβ. αποπειρώμαι. [< μτγν. προσπαθῶ ‘διακατέχομαι από πάθος’]