Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • προσποιούμαι [προσποιοῦμαι] προ-σποι-ού-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προσποι-είσαι ... | -ήθηκα, -ούμενος}: δείχνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι, υποκρίνομαι: ~ άγνοια/αδιαφορία (: ~ τον αδιάφορο). ~είται τον άρρωστο/ότι δεν θυμάται. ~ήθηκε πως δεν με είδε. Δεν μπορεί με τίποτα να ~ηθεί. Εξαπατούσε ηλικιωμένους ~ούμενος τον αστυνομικό. Πβ. κάνω, παριστάνω. [< αρχ. προσποιοῦμαι]