Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • προσσελήνωση προσ-σε-λή-νω-ση ουσ. (θηλ.): προσεδάφιση στη σεληνιακή επιφάνεια: ~ διαστημόπλοιου. Βλ. προσγείωση. [< αγγλ. moon landing, 1969]

προσγείωση

προσγείωσηπρο-σγεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσγειώνω: ~ αεροσκάφους/διαστημικού λεωφορείου (ΑΝΤ. απογείωση). ~ με ελικόπτερο. Διάδρομος/τέλη/φώτα/χώρος ~ης. Ετοιμαζόμαστε για ~. Αγώνες ~ώσεων ακριβείας. Πβ. προσεδάφιση. Βλ. προσ-θαλάσσωση, -σελήνωση.|| (μτφ.) ~ στην πραγματικότητα.|| ~ των τιμών (πβ. μείωση). ● ΣΥΜΠΛ.: ομαλή προσγείωση 1. (για αεροσκάφος, διαστημόπλοιο) που γίνεται αρκετά αργά, ώστε να μην προκληθεί σοβαρή ζημιά. 2. (μτφ.) σταδιακή προσαρμογή σε μια κατάσταση, συμβιβασμός: ~ ~ στην πραγματικότητα. ΑΝΤ. ανώμαλη προσγείωση (1) 3. ΟΙΚΟΝ. οικονομική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ποσοστό ανάπτυξης υψηλό, ώστε να αποφεύγεται η ύφεση, αλλά και χαμηλό, ώστε να αποτρέπει την εμφάνιση αυξημένου πληθωρισμού και επιτοκίων. [< αγγλ. soft landing] , αναγκαστική προσγείωση βλ. αναγκαστικός, ανώμαλη προσγείωση βλ. ανώμαλος, τυφλή προσγείωση βλ. τυφλός [< γαλλ. atterrissage, 1904]