Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- προσωπικός , ή, ό προ-σω-πι-κός επίθ. 1. που αφορά ένα μεμονωμένο άτομο ή αναφέρεται στη σχέση δύο ανθρώπων: ~ός: αγώνας (ΑΝΤ. ομαδικός, συλλογικός)/αντιπρόσωπος/αριθμός (βλ. πιν)/βοηθός/γιατρός/δικτυακός τόπος/δίσκος/κωδικός/λογαριασμός/οδηγός/στόχος/σύμβουλος/τηλεφωνητής/φάκελος/χρόνος/χώρος. ~ή: (ΝΟΜ.) αγωγή/ακεραιότητα/αλληλογραφία/ανάπτυξη/άποψη (= υποκειμενική)/ασφάλεια/βελτίωση/γνωριμία/εκτίμηση/εμπειρία/εξυπηρέτηση/επαφή/επιστολή/εργασία/ευτυχία/ζωή (= ιδιωτική)/ιδιοκτησία/ιστορία/(ιστο)σελίδα/κάρτα/λίστα/οργάνωση/παράκληση/παρουσία/περιουσία/πρόσκληση/συλλογή/συνάντηση/σχέση/υγιεινή/υπόθεση/φροντίδα. ~ό: απόρρητο/αρχείο/γούστο/δράμα/ημερολόγιο/μήνυμα/όφελος/πρόβλημα/ρεκόρ/στιλ/τηλέφωνο/ύφος. ~ές: αγγελίες/ανάγκες/διαφορές/επιδιώξεις/επιλογές/ερωτήσεις/μαρτυρίες/προτιμήσεις/στιγμές (= ιδιαίτερες)/υπηρεσίες. ~ά: αντικείμενα/βιώματα/δικαιώματα/έγγραφα (βλ. αστυνομική ταυτότητα, διαβατήριο)/εισοδήματα/ενδιαφέροντα/έξοδα/ζητήματα/κίνητρα/λάθη/όρια/συμφέροντα/χαρακτηριστικά. Συνδέονται με ~ή φιλία. ~οί λόγοι δεν μου επιτρέπουν να ... Ενημέρωση σε ~ό επίπεδο. Βλ. δια~. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το πρόσωπο, το μπροστινό τμήμα του ανθρώπινου κεφαλιού: ~ή: αρτηρία/φλέβα. ~οί: μύες. Παράλυση/πάρεση ~ού νεύρου. Στοματική και ~ή χειρουργική. 3. ΓΡΑΜΜ. που αναφέρεται στο γραμματικό πρόσωπο: ~ή: αντωνυμία.|| ~ή: σύνταξη. ~ό: ρήμα. ΑΝΤ. απρόσωπος (4) ● Ουσ.: προσωπικά (τα) 1. η ιδιωτική ζωή, οι ατομικές υποθέσεις· ειδικότ. οι ερωτικές σχέσεις: Δεν μιλώ/συζητώ για τα ~ μου. Δεν ασχολούμαι με τα ~ τους. 2. {χωρ. άρθ.} διαφορές, διενέξεις, προβλήματα μεταξύ δύο ανθρώπων: Δεν έχω ~ μαζί του/με κάποιον. Δεν μιλιούνται, γιατί έχουν ~. ● επίρρ.: προσωπικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1: Έχω/φέρω ~ την ευθύνη. Είμαι ~ υπεύθυνος για κάτι. ~ θεωρώ/πιστεύω ότι ... Του επέδωσε ~ την επιστολή. Δεν γνωριζόμαστε ~.|| (επιτατ.) Εμένα ~ δεν με έπεισε. Εμάς ~ μας εντυπωσίασε. ● ΣΥΜΠΛ.: ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα & ευαίσθητα δεδομένα & δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα: στοιχεία που αφορούν ιδιαίτερες πτυχές της ζωής ενός ατόμου (πολιτικές πεποιθήσεις, θρησκεία, υγεία, ερωτική ζωή): εμπιστευτικά, απόρρητα ή ~ ~. [< γαλλ. données sensibles], προσωπικά δεδομένα & (σπάν.) προσωπικές πληροφορίες: ατομικά στοιχεία (όνομα, επάγγελμα, εθνικότητα, οικογενειακή κατάσταση, ηλικία, τόπος κατοικίας, εκπαίδευση): διαρροή/πολιτική διαχείρισης/προστασίας ~ών ~ών. Βλ. ΑΠΔΠΧ. [< γαλλ. données personnelles], προσωπικά είδη: αντικείμενα που προορίζονται αποκλειστικά για ατομική χρήση: ~ ~ υγιεινής (π.χ. ατομική πετσέτα, οδοντόβουρτσα, σαπούνι)., προσωπική ελευθερία: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα σύμφωνα με το οποίο κανείς δεν καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ή περιορίζεται με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος., προσωπική κράτηση: ΝΟΜ. προσωποκράτηση., προσωπική συνέντευξη βλ. συνέντευξη., αδύνατος τύπος βλ. αδύνατος, δυνατός/ισχυρός τύπος βλ. δυνατός, κατάθεση ψυχής βλ. κατάθεση, προσωπική εταιρεία βλ. εταιρεία & εταιρία, προσωπική χρήση βλ. χρήση, προσωπικός τηλεφωνητής βλ. τηλεφωνητής, τηλεφωνήτρια, προσωπικός υπολογιστής βλ. υπολογιστής, προσωπικός ψηφιακός βοηθός βλ. βοηθός ● ΦΡ.: το πήρε προσωπικά: θίχτηκε, προσβλήθηκε: Μην παίρνεις ~ όσα λέω, κουβέντα κάνουμε. Ελπίζω να μην ~ ~, δεν έχω κάτι μαζί του. [< μτγν. προσωπικός, γαλλ. personnel, αγγλ. personal 2: γαλλ. facial]
αδύνατος
αδύνατος, η, ο [ἀδύνατος] α-δύ-να-τος επίθ. 1. λεπτός: ~ο: παιδί/πρόσωπο/σώμα. ~α: πόδια/χέρια. ~ σαν οδοντογλυφίδα/στέκα (πβ. ισχνός, καχεκτικός, κοκαλιάρης, λιπόσαρκος). Πβ. λιγνός. ΑΝΤ. γεμάτος (4), ευτραφής, παχύς (1), παχύσαρκος, χοντρός (1) 2. που δεν μπορεί να γίνει, ακατόρθωτος, ανέφικτος: Ο εντοπισμός του κλέφτη μέσα στο πλήθος ήταν παντελώς ~.|| (απρόσ.) Είναι εκ των πραγμάτων/εντελώς /θεωρητικά/πρακτικά/νομικά/τεχνικά ~ο(ν). Θεωρείται/καθίσταται/κρίνεται ~ο(ν) να ... (εμφατ.) Είναι φύσει ~ο να προλάβω (: δεν γίνεται/δεν είναι καθόλου εφικτό). (Μου) είναι ~ο(ν) να λείψω από τη δουλειά. Στάθηκε ~ο να τον καθησυχάσω.|| (ως επιφών.) Να τον συγχωρέσω για όσα έκανε; ~ον! (= σε καμία περίπτωση). Συνέβη τέτοιο πράγμα; ~ον! (: απίστευτο, δεν μπορώ να το πιστέψω). ΑΝΤ. δυνατός (5), εφικτός 3. που δεν έχει δύναμη, ισχύ, ένταση, αντοχή: ~ος: οργανισμός (ΣΥΝ. αδύναμος, ασθενικός. ΑΝΤ. ανθεκτικός)/σφυγμός/χαρακτήρας (πβ. ευάλωτος). ~η: μνήμη/όραση (ΑΝΤ. οξεία)/φωνή/ψυχή. ~ο: επιχείρημα (ΑΝΤ. ακλόνητο, πειστικό, τεκμηριωμένο)/σήμα (ΣΥΝ. ασθενές)/σχοινί (ΑΝΤ. γερό)/φως (ΣΥΝ. αμυδρό, αχνό, εξασθενημένο).|| (ως ουσ.) Οι δυνατοί/οι ισχυροί και οι ~οι (: οι ασθενέστερες οικονομικά ή κοινωνικά ομάδες ανθρώπων, ΣΥΝ. ανίσχυροι). Παίρνει πάντα το μέρος των ~άτων. ΑΝΤ. δυνατός (1) 4. που έχει ελλείψεις ή δυσκολίες, ανεπαρκής: ~ος: μαθητής (ΣΥΝ. αδύναμος)/φοιτητής. ~ στη γλώσσα/φυσική. Πβ. κακός. Βλ. άριστος, καλός. ΑΝΤ. δυνατός (2) ● Ουσ.: αδύνατο (το): ακατόρθωτο: Επιδιώκω/επιχειρώ/ζητώ/κατορθώνω/κυνηγώ το ~. Μου ζητάς κάτι ~! Πβ. ανέφικτο. ● Υποκ.: αδυνατούλης , α, ικο, αδυνατούτσικος , η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: αδύνατο σημείο & αδύναμο/ευαίσθητο/τρωτό/ασθενές: αυτό στο οποίο κάποιος μειονεκτεί ή είναι ευάλωτος: Τον χτύπησε στο ~ ~ του. Πρέπει να βρεις το ~ ~ του αντιπάλου. Πβ. αχίλλειος πτέρνα. [< γαλλ. point faible] , αδύνατος τύπος (προσωπικής αντωνυμίας): ΓΡΑΜΜ. μονοσύλλαβος τύπος. λ.χ. μου αντί εμένα, μας αντί εμάς., αδύνατος/αδύναμος κρίκος βλ. κρίκος, το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: είναι των αδυνάτων/ανθρωπίνως αδύνατο(ν) (να ..) (εμφατ.): είναι τελείως ακατόρθωτο: ~ ~ να αφήσω τη θέση μου αυτή τη στιγμή!, κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου: κάνω ό,τι μπορώ: Υποσχέθηκε πως θα ~ει τα αδύνατα δυνατά να ... Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του, για να τους βοηθήσει. Πβ. όσο περνάει από το χέρι μου. ΣΥΝ. κάνω το παν/τα πάντα [< αρχ. ἀδύνατος, γαλλ. impossible]
ΑΠΔΠΧ
ΑΠΔΠΧ(η): Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
βοηθός
βοηθόςβο-η-θός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. εργαζόμενος, συχνά απόφοιτος ΤΕΙ, ΙΕΚ ή άλλης σχολής, που παρέχει βοήθεια σε ιεραρχικά ανώτερό του κατά την εκτέλεση του έργου του: εργαστηριακός/προσωπικός ~. Πρώτος/δεύτερος ~. ~ νοσοκόμα. ~ διαιτητή (= επόπτης γραμμών, λάινσμαν)/κομμωτή/λογιστή/μάγειρα/μικροβιολόγου/σκηνοθέτη. ~ αποθήκης/φαρμακείου. Βλ. δόκιμος, μαθητευόμενος. 2. αυτός που βοηθά κάποιον άλλο: Στάθηκε (πολύτιμος) ~ στον αγώνα τους. Πβ. αρωγός, συμπαραστάτης, υποστηρικτής.|| Σχολικοί ~οί-συνοδοί για παιδιά με ειδικές ανάγκες. ● ΣΥΜΠΛ.: προσωπικός ψηφιακός βοηθός: ΤΕΧΝΟΛ. υπολογιστής παλάμης. [< αγγλ. personal digital assistant (PDA)] , οικιακή βοηθός βλ. οικιακός ● ΦΡ.: (και/κι) ο Θεός βοηθός βλ. θεός [< αρχ. βοηθός, γαλλ.-αγγλ. assistant]
δυνατός
δυνατός, ή, ό δυ-να-τός επίθ. 1. που έχει δύναμη, αντοχή και κατ' επέκτ. δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, να αντικρουστεί: ~ός: αντίπαλος/όμιλος/παίκτης. ~ή: καρδιά/μνήμη (= γερή). ~ό: σουτ. ~ά: δόντια. Σωματικά ~. Γερός/νέος και ~ (= εύρωστος, ρωμαλέος, στιβαρός. ΑΝΤ. ασθενικός). Νιώθω ~ και σε πολύ καλή φυσική κατάσταση.|| Λακ για ~ό κράτημα (ενν. των μαλλιών, πβ. ανθεκτικός).|| (για μηχανήματα) ~ός: κινητήρας. ~ό: αυτοκίνητο (: με μεγάλη απόδοση)/εργαλείο (= πολύ καλό).|| (μτφ.) ~ός: χαρακτήρας. ~ή: θέληση/πίστη (= ακλόνητη)/προσωπικότητα. ~ό: όπλο/χαρτί (: στην τράπουλα). ~ά: επιχειρήματα (ΑΝΤ. σαθρά). Το ~ό μου σημείο (ΑΝΤ. αχίλλειος πτέρνα).|| (ως ουσ.) Οι ~οί της Γης. ΣΥΝ. ισχυρός (1) ΑΝΤ. αδύναμος (1), αδύνατος (3), ανίσχυρος 2. που έχει πολλές δυνατότητες, ικανότητες ή τις απαιτεί: ~ός: μαθητής/υπολογιστής. ~ό: μυαλό. ~ στα μαθήματα (πβ. ικανός). Σταυρόλεξο για ~ούς λύτες.|| ~ό: τεστ (= απαιτητικό, δύσκολο). 3. που έχει μεγάλη ένταση: ~ός: άνεμος (πβ. σφοδρός)/ήλιος (= καυτός)/ήχος/θόρυβος/κρότος/σεισμός. ~ή: βροχή. ~ό: φως/ψύχος (= δριμύ). ~ά: συνθήματα.|| ~ός: πονοκέφαλος (= οξύς). ~ό: γέλιο.|| (μτφ.) ~ός: έρωτας (= σφοδρός). ~ή: συγκίνηση. ~ό: αίσθημα. Οι ~ές στιγμές (της καριέρας του). ΣΥΝ. έντονος (1), ισχυρός (2) ΑΝΤ. ανεπαίσθητος, ήπιος (2) 4. που προκαλεί έντονη αίσθηση, επίδραση: ~ός: στίχος. ~ό: ξεκίνημα/πρόγραμμα (για κέντρο διασκέδασης). ~ές: εικόνες (της χρονιάς που πέρασε). Δίσκος γεμάτος συνεργασίες με ~ά ονόματα.|| (με συστατικά σε μεγάλη αναλογία) ~ός: καφές (πβ. βαρύς). ~ή: γεύση/μυρωδιά. ~ό: άρωμα/κρασί/ποτό/τσάι/φάρμακο. 5. που μπορεί να γίνει, εφικτός, ενδεχόμενος, πραγματοποιήσιμος: Ο υψηλότερος ~ βαθμός απόδοσης. Ο μεγαλύτερος/μέγιστος/μικρότερος ~ αριθμός αντιτύπων. Ο χώρος βιντεοσκοπείται, προκειμένου να είναι ~ ο έλεγχός του. Δεν καθίσταται ~ή η χορήγηση άδειας. Παροχή κάθε ~ής βοήθειας. Χρόνος ~ής αποχώρησης. Το καλύτερο ~ό αποτέλεσμα. Κάναμε ό,τι ήταν ανθρωπίνως ~ό. Επίλυση του προβλήματος με όλους τους ~ούς τρόπους. Δεν είναι ~ή (= επιτρεπτή) η πρόσβαση. Βλ. πιθανός.|| (ως ουσ.) Όσο το ~ό(ν) γρηγορότερα/καλύτερα. Το αργότερο/συντομότερο/ταχύτερο ~ό.|| (απρόσ.) Πώς είναι ~όν να ...;|| (επιφωνηματικά, για να δηλωθεί απορία, έκπληξη, δυσαρέσκεια) Δεν είναι ~όν! (: είναι αδύνατο, ανέφικτο, απίστευτο). Μα είναι ~όν; Αν είναι ~όν! ● επίρρ.: δυνατά: με δύναμη: Τον έσπρωξαν ~ κι έπεσε κάτω. (προφ.) Πάμε γερά, πάμε ~, παιδιά! ● ΣΥΜΠΛ.: δυνατός/ισχυρός τύπος (προσωπικής αντωνυμίας): ΓΡΑΜΜ. η πλήρης μορφή της, όπου διατηρείται ο τόνος: Ο ~ ~ του "με" είναι "εμένα", του "σε" "εσένα" και του "τον" "αυτόν". ΑΝΤ. αδύνατος τύπος, γερά/ατσάλινα νεύρα βλ. νεύρα ● ΦΡ.: αν είναι δυνατό & (αρχαιοπρ.) ει δυνατόν: αν γίνεται: Τα χρήματα θα πρέπει να καταβληθούν, ~ ~, σήμερα κιόλας., βάζω τα δυνατά μου (προφ.): κάνω κάτι όσο καλύτερα μπορώ, καταβάλλω μεγάλες προσπάθειες: Βάλε ~ ~ σου (= προσπάθησε όσο μπορείς) στα μαθήματα. Έβαλα όλα μου τα δυνατά για να κερδίσω. ~ ~ να πετύχω το στόχο μου., είναι δυνατό(ν) να ...: ενδέχεται, μπορεί, ίσως., κατά το δυνατό(ν)/όσο είναι δυνατό(ν)/στο μέτρο του δυνατού/(μέσα) στα όρια/πλαίσια του δυνατού: όσο μπορεί κανείς, όσο είναι εφικτό: Ενημερώνομαι/προσπαθώ/συμβάλλω σε κάτι ~ ~. Λαμβάνονται ~ ~ ειδικά μέτρα προστασίας. Αποφεύγω ~ ~ τις αντιπαραθέσεις., κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό βλ. σκοτώνω, πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά βλ. γρήγορα [< αρχ. δυνατός]
εταιρεία & εταιρία
εταιρεία & εταιρία[ἑταιρεία] ε-ται-ρεί-α ουσ. (θηλ.) {εταιρει-ών} 1. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. σύμβαση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ προσώπων, με την οποία επιδιώκουν κοινό σκοπό, κυρ. οικονομικό, με αμοιβαίες (υλικές) εισφορές· ιδ. η ένωση που προκύπτει από αυτή: αεροπορική (πβ. αερογραμμή)/ακτοπλοϊκή/βιομηχανική/διαφημιστική/δισκογραφική/δημόσια/θυγατρική/κοινή/κρατική/μεταφορική/ναυτιλιακή/πλοιοκτήτρια/(πολυ)εθνική/τουριστική ~. ~ εισαγωγών-εξαγωγών/καλλυντικών/(κινητής/σταθερής) τηλεφωνίας. ~ λαϊκής βάσης. ~ εισηγμένη στο χρηματιστήριο. Δυναμικά αναπτυσσόμενη/νεοσύστατη ~. ~ Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Ε.ΥΔ.Α.Π.). Εμπορικό σήμα/ίδρυση/καταστατικό/μετοχικό κεφάλαιο/πελάτες/πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος/στελέχη ~ας. Ανταγωνίστριες/δημοτικές/εγχώριες/επώνυμες (= γνωστές)/ξένες/συνδεδεμένες/συνεργαζόμενες/φαρμακευτικές ~ες. ~ες δημοσκοπήσεων/τηλεπικοινωνιών. Δίκαιο (= εταιρικό)/δίκτυο/κοινοπραξία/λογιστική/όμιλος/συγχωνεύσεις ~ών. Η ~ δραστηριοποιείται στον χώρο .../χρεωκόπησε. Το έργο ανέλαβε ιδιωτική ~. Βλ. οίκος, τραστ, φίρμα.|| (συνεκδ. το αντίστοιχο κτίριο) Οι αποθήκες της ~ας. ΣΥΝ. επιχείρηση (1) 2. (γενικότ.) (με κεφαλ. το αρχικό Ε) ένωση ατόμων με κοινούς στόχους και επιδιώξεις, τα οποία δεν αποβλέπουν σε οικονομικά οφέλη: Ελληνική Αντικαρκινική/Ελληνική Λαογραφική/Ελληνική Μαθηματική/Φιλεκπαιδευτική ~. Η Εν Αθήναις Αρχαιολογική ~. ~ Μακεδονικών Σπουδών. Επιστημονικές ~ες. Πβ. σύλλογος, σύνδεσμος, σωματείο.|| (με μικρό ε) ~ δολοφόνων (πβ. σπείρα, συνδικάτο). ● ΣΥΜΠΛ.: ανώνυμη εταιρεία & ανώνυμος εταιρεία (ακρ. ΑΕ): εμπορική κεφαλαιουχική εταιρεία της οποίας το κεφάλαιο διαιρείται σε μετοχές και όλοι οι εταίροι (μέτοχοι) ευθύνονται μόνο μέχρι του ποσού της εισφοράς τους (περιορισμένη ευθύνη): εκδοτική ~ ~. ~ ~ με την επωνυμία ... [< γαλλ. société anonyme] , αστική εταιρεία: που δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά οι εταίροι της μπορούν να της δώσουν νομική προσωπικότητα, μετατρέποντάς την σε εμπορική εταιρεία ή σωματείο: ~ ~ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα., εμπορική εταιρεία: ένωση προσώπων ιδιωτικού δικαίου για επίτευξη κοινού εμπορικού (οικονομικού) σκοπού με αμοιβαίες υποχρεώσεις των μελών της., εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ακρ. ΕΠΕ): εμπορική εταιρεία κεφαλαίου με νομική προσωπικότητα, της οποίας τα μέλη δεν ευθύνονται προσωπικά για τις υποχρεώσεις της και το κεφάλαιό της διαιρείται σε ισότιμα μερίδια: ιδιωτική ~ ~ με εγγύηση/μετοχές. [< γαλλ. societé à responsabilité limitée] , εταιρεία συμμετοχών & συμμετοχική/αφανής εταιρεία: εταιρεία χωρίς νομική υπόσταση και εταιρική επωνυμία, στις συναλλαγές της οποίας φαίνεται το όνομα του ενός μόνο από τους συμμετέχοντες κατά κύριο λόγο. [< γαλλ. société en participation] , προσωπική εταιρεία: εμπορική εταιρεία στην οποία η επιδίωξη του εταιρικού σκοπού στηρίζεται στην προσωπική συμβολή των εταίρων., Φιλική Εταιρεία: ΙΣΤ. μυστική οργάνωση η οποία ιδρύθηκε το 1814 με σκοπό την προετοιμασία της επανάστασης των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων: κατήχηση/οι μυημένοι στη ~ ~., ασφαλιστική (εταιρεία) βλ. ασφαλιστικός, εκκαθάριση εταιρείας/επιχείρησης βλ. εκκαθάριση, εξωχώρια εταιρεία βλ. εξωχώριος, εταιρεία χαρτοφυλακίου βλ. χαρτοφυλάκιο, ετερόρρυθμη εταιρεία βλ. ετερόρρυθμος, κατασκευαστική/κατασκευάστρια εταιρεία βλ. κατασκευαστικός, κεφαλαιουχική εταιρεία βλ. κεφαλαιουχικός, μητρική εταιρεία βλ. μητρικός1, μυστική εταιρεία βλ. μυστικός, ομόρρυθμη εταιρεία βλ. ομόρρυθμος [< αρχ. ἑταιρεία & ἑταιρία, γαλλ. compagnie, société, αγγλ. company]
κατάθεση
κατάθεσηκα-τά-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. τοποθέτηση χρηματικού ποσού σε πιστωτικό ίδρυμα για επένδυση ή/και φύλαξη: ελάχιστη/τραπεζική ~. ~ όψεως (: που παρέχει τη δυνατότητα άμεσης ανάληψης). ~ με πιστωτική κάρτα. Βλ. καταβολή, παρακαταθήκη, πληρωμή, παρα~, προ~. ΑΝΤ. ανάληψη (1) 2. (επίσ.) παράδοση, υποβολή (εγγράφου) σε αρμόδια Αρχή: αυτοπρόσωπη/εκπρόθεσμη/ηλεκτρονική ~. ~ αίτησης/αναφοράς/βαθμολογίας/δικαιολογητικών/μηχανογραφικού δελτίου/πιστοποιητικού/προτάσεων/υπομνήματος/υποψηφιότητας. ~ επερώτησης/νομοσχεδίου/τροπολογίας στη Βουλή.|| (ΝΟΜ.) ~ ένστασης/μήνυσης.|| ~ υπηρεσιακής ταυτότητας (: σε περίπτωση συνταξιοδότησης). Πβ. προσκόμιση. 3. ΝΟΜ. προφορική ή γραπτή αφήγηση συμβάντος ενώπιον δημόσιας Αρχής· μαρτυρία: ανώμοτη/ένορκη/επιβαρυντική/ψευδής (βλ. ψευδορκία) ~. Αντιφατικές ~έσεις. ~ του (αυτόπτη) μάρτυρα (= μαρτυρική ~)/μοναδικού επιζώντα. ~ στοιχείων. ~έσεις από συγγενείς των θυμάτων. Έδωσε ~ στην Αστυνομία. Του πήραν ~. Κατά την/στην ~ή του ενώπιον του ανακριτή δήλωσε ότι ... 4. (επίσ.) επίσημη τοποθέτηση σε συνήθ. ιερό χώρο· απόθεση: ~ του θεμέλιου λίθου (= θεμελίωση) του νέου νοσοκομείου. Πραγματοποιήθηκε ~ στεφάνου στο μνημείο των πεσόντων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου (: εορτάζεται στις 31 Αυγούστου). 5. (μτφ.-επίσ.) έκθεση, παρουσίαση θέσεων και απόψεων: δημόσια/πολιτική ~. ~ γνώμης/γνώσης/επιχειρημάτων. ● καταθέσεις (οι): ΟΙΚΟΝ. χρηματικό ποσό που έχει κατατεθεί: αποταμιευτικές/δεσμευμένες/έντοκες/επενδυτικές/ιδιωτικές/τραπεζικές ~. ~ και ομόλογα. ~ εσωτερικού/με επιτόκιο ...%. ~ σε ευρώ/συνάλλαγμα. Απόδοση/βιβλιάριο/διαχείριση/μεταφορά/όριο ~έσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: κατάθεση (της) εντολής (επίσ.): παραίτηση από επίσημη ανάθεση: ~ ~ για σχηματισμό κυβέρνησης., κατάθεση (των) όπλων: ΣΤΡΑΤ. παύση των εχθροπραξιών, των ένοπλων επιθέσεων: ~ ~ και εκεχειρία/συνθηκολόγηση., κατάθεση ψυχής & προσωπική κατάθεση & κατάθεση καρδιάς (μτφ.) 1. ειλικρινής και εκ βαθέων εξομολόγηση: συγκλονιστική ~ ~ από τον διάσημο καλλιτέχνη. Έδωσε/έκανε (μια) ~ ~ ενώπιον του κοινού. 2. & κατάθεση ζωής: καταβολή πολύ μεγάλης προσπάθειας, ψυχική δοκιμασία: Το έργο του αποτελεί ~ ~. Πβ. προσφορά., προθεσμιακή κατάθεση & κατάθεση προθεσμίας: ΟΙΚΟΝ. που η ανάληψή της γίνεται μετά τη λήξη της προθεσμίας, με υψηλότερο επιτόκιο συγκριτικά με το εκάστοτε ισχύον., κατάθεση ταμιευτηρίου βλ. ταμιευτήριο [< μτγν. κατάθεσις, γαλλ. déposition]
συνέντευξη
συνέντευξησυ-νέ-ντευ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. συζήτηση που γίνεται με σκοπό να δημοσιευθεί, κατά την οποία γνωστό συνήθ. πρόσωπο απαντά σε ερωτήσεις δημοσιογράφου· συνεκδ. το σχετικό κείμενο: αποκαλυπτική/αποκλειστική/αυθόρμητη/διαδικτυακή/ειλικρινής/εκτενής/επίκαιρη/ζωντανή/ηχογραφημένη/μαγνητοσκοπημένη/μακροσκελής/ραδιοφωνική/στημένη/σύντομη/τηλεοπτική/φανταστική (: εξαιρετική ή κυρ. με προσωπικότητα που δεν ζει) ~. Δίνω/παραχωρώ ~ σε κάποιον. ~ ενός επιστήμονα/ηθοποιού/καλλιτέχνη/υπουργού. Έχει πάρει ~εύξεις από σπουδαίες μορφές του πνεύματος.|| Απόσπασμα μιας ~ης. Στο νέο τεύχος του περιοδικού διαβάστε ~εύξεις με τους ... Αρχείο ~εύξεων. 2. & προσωπική συνέντευξη: (ειδικότ.) υποβολή ερωτήσεων σε κάποιον με σκοπό την πρόσληψή του σε θέση εργασίας ή τη συλλογή στοιχείων για στατιστική επεξεργασία: επαγγελματική ~. ~ για δουλειά/επιλογής (προσωπικού). Οι υποψήφιοι θα κληθούν σε/θα περάσουν από ~. ΣΥΝ. ίντερβιου.|| Ατομική/ομαδική ~. Ελεύθερη (: στηρίζεται σε έναν γενικό κατάλογο θεμάτων, χωρίς προκαθορισμένες ερωτήσεις)/(ημι)δομημένη ~ (: διάκριση ανάλογα με τον βαθμό τυποποίησης των ερωτήσεων). ~ για εθνογραφική έρευνα. Βλ. ερωτηματολόγιο. ● ΣΥΜΠΛ.: συνέντευξη Τύπου : που παραχωρείται επίσημα από δημόσιο πρόσωπο με παρουσία και συμμετοχή πολλών δημοσιογράφων οι οποίοι συνήθ. του υποβάλλουν ερωτήσεις: πρόσκληση σε ~ ~. Δόθηκε/πραγματοποιήθηκε ~ ~. Ο Πρωθυπουργός θα παραθέσει ~ ~ εφ' όλης της ύλης. ΣΥΝ. πρες κόνφερανς [< πβ. μτγν. συνέντευξις 'συνάντηση', αγγλ. interview, γαλλ. ~, 1891]
υπολογιστής
υπολογιστής[ὑπολογιστής] υ-πο-λο-γι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονική συσκευή η οποία εκτελεί αυτόματα μαθηματικούς υπολογισμούς και επεξεργάζεται δεδομένα βάσει προκαθορισμένων εντολών· συνήθ. ειδικότ. ηλεκτρονικός υπολογιστής (Η/Υ): αναλογικός/υβριδικός/ψηφιακός ~.|| Επιτραπέζιος (= ντέσκτοπ)/μαθητικός ~. Γραφικά/μνήμη ~ή. Αναβάθμιση/άνοιγμα/ιός/κλείσιμο/λογισμικό/(κεντρική) μονάδα/οθόνη/πληκτρολόγιο/σκληρός δίσκος/φορμάτ του ~ή. Ζητείται γραμματέας με γνώσεις ~ή. Υλικό του ~ή (= υλισμικό). Πβ. κομπιούτερ. Βλ. νέτμπουκ, υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Επιστήμη των Υπολογιστών: Πληροφορική. [< αγγλ. computer science, 1961] , κεντρικός υπολογιστής: που επεξεργάζεται πληροφορίες που λαμβάνει από άλλους υπολογιστές με τους οποίους συνδέεται., μοριακοί υπολογιστές: που μιμούνται τη λειτουργία βιολογικών μορίων και έχουν μεγάλη επεξεργαστική ισχύ. [< αγγλ. molecular computers] , ξένιος υπολογιστής: υπολογιστικό σύστημα που παρέχει υπηρεσίες σε άλλους υπολογιστές. Βλ. τερματικό. [< αμερικ. host (computer), 1966] , προσωπικός υπολογιστής: που προορίζεται για ατομική χρήση στο γραφείο ή/και στο σπίτι: φορητός ~ ~. ΣΥΝ. πι-σι & πισί [< αμερικ. personal computer (PC), 1959] , υπολογιστές/δίκτυα ζόμπι: που χρησιμοποιούνται από χάκερ εν αγνοία του χρήστη τους. [< αμερικ. zombie computers, 1999] , υπολογιστής παλάμης/χειρός & (σπάν.) υπολογιστής χεριού: υπολογιστής με διαστάσεις που επιτρέπουν στον κάτοχό του να τον χρησιμοποιεί κρατώντας τον στο χέρι του. ΣΥΝ. παλμ-τοπ [< αμερικ. palmtop, 1987] , υπολογιστής τσέπης 1. μικροϋπολογιστής χειρός, συνήθ. χωρίς πληκτρολόγιο, στον οποίο η εισαγωγή δεδομένων πραγματοποιείται μέσω μιας γραφίδας που επικοινωνεί απευθείας με την οθόνη: Το νέο κινητό τηλέφωνο λειτουργεί και ως ~ ~. 2. κομπιουτεράκι. [< αγγλ. pocket PC] , υπολογιστής-ταμπλέτα: ΤΕΧΝΟΛ. φορητός υπολογιστής σε μέγεθος ατζέντας με οθόνη αφής και ασύρματη πρόσβαση στο διαδίκτυο. ΣΥΝ. τάμπλετ [< αμερικ. tablet PC, 2001] , φορητός (ηλεκτρονικός) υπολογιστής: υπολογιστής μικρών διαστάσεων που μεταφέρεται εύκολα και έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί με μπαταρία. ΣΥΝ. λάπτοπ [< αμερικ. portable computer, 1984] [< αγγλ. calculator, computer]
χρήση
χρήσηχρή-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρησιμοποιώ: ~ (λόγιων) λέξεων/λεξικού/όπλων. Μεταφορική ~ της γλώσσας/του λόγου (πβ. χειρισμός). Παράνομη ~ προσωπικών δεδομένων. Ασφαλής ~ του διαδικτύου/των τροφίμων. Υπερβολική ~ της τεχνολογίας. Αλοιφή για εξωτερική/τοπική ~. Άκριτη/αλόγιστη ~ του κινητού τηλεφώνου. Εγχειρίδιο ~ης. Οδηγίες/όροι ~ης υπηρεσίας. Εκτός ~ης. Περιορισμός στη ~ επικίνδυνων για το περιβάλλον ουσιών. Εκπαίδευση με ~ υπολογιστών. Φθορά απ' την πολλή ~. Οι δευτερεύουσες ~εις ενός υλικού. Εξοπλισμός για ιατρικές ~εις. Καθαριστικό για όλες τις ~εις/πολλαπλών ~εων. Χώρος που προορίζεται για δημόσια/κοινή ~. Απαγορεύεται η ~ φωτογραφικής μηχανής. Πβ. μεταχείριση. Βλ. επανά-, κατά-, παρά-χρηση, πολυχρησία, υπερ~.|| Αειφόρος ~ φυσικών πόρων. (ΝΟΜ.) Αυθαίρετη/τρέχουσα ~ του ακινήτου. Νέες ~εις γης. Πβ. αξιοποίηση, εκμετάλλευση.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ δανείου/περιουσιακών στοιχείων Πβ. διαχείριση.|| ~ φαρμάκων. Ενέσιμη/συστηματική ~ ναρκωτικών. Πβ. λήψη. ΣΥΝ. χρησιμοποίηση ● ΣΥΜΠΛ.: διαχειριστική χρήση & (προφ.) χρήση: ΟΙΚΟΝ. διάστημα συνήθ. δώδεκα μηνών, για το οποίο κάθε νομικό πρόσωπο προβαίνει σε κλείσιμο του ισολογισμού, εξαγωγή αποτελεσμάτων και δημοσίευση των πεπραγμένων σε σχετική έκθεση: φορολογική δήλωση για τη ~ ~ του έτους., επαγγελματική χρήση: που χρησιμοποιείται για την άσκηση επαγγέλματος: Ενοικιάζεται χώρος για ~ ~., ιδιωτική χρήση: που αφορά ατομική ιδιοκτησία ή που γίνεται για προσωπικό όφελος: επιβατηγά αυτοκίνητα ~ής ~ης (πβ. γιωταχί).|| Φωτοτυπική αναπαραγωγή βιβλίου για ~ ~., προσωπική χρήση: που αναφέρεται στην ατομική χρησιμοποίηση πράγματος, εγγράφου, αγαθού: To περιεχόμενο της ιστοσελίδας διατίθεται αυστηρά για ~ ~ και όχι για εμπορική. Βλ. ατομική ιδιοκτησία., αποτελέσματα χρήσης βλ. αποτέλεσμα, οικιακή χρήση βλ. οικιακός ● ΦΡ.: κάνω χρήση: μεταχειρίζομαι κάτι για την ικανοποίηση αναγκών ή για την επίτευξη στόχων: ~ ~ μειωμένου ωραρίου. Θα ~ ~ της άδειάς μου/όλων των δικαιωμάτων που μου παρέχει ο νόμος. ~ει ~ σύγχρονων μεθόδων διαχείρισης των οικονομικών ζητημάτων. Διαπιστώθηκε ότι έχει ~ει ~ ναρκωτικών/απαγορευμένων ουσιών. Έκαναν ~ δακρυγόνων. Πβ. χρησιμοποιώ., μιας χρήσης/χρήσεως: που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μία φορά: Είδη/πλαστικά ποτήρια ~ ~., σε χρήση & (λόγ.) εν χρήσει: για κάτι που χρησιμοποιείται: ~ ~ εγκαταστάσεις. Βρίσκεται/είναι σε ~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Αξία ~ ~. ΑΝΤ. σε αχρησία [< αρχ. χρῆσις, γαλλ.-αγγλ. usage, αγγλ. use]