Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • προωστικός , η, ο προ-ω-στι-κός επίθ. & προωστήριος, α, ο: ΜΗΧΑΝ. που σχετίζεται με την πρόωση ή συντελεί σε αυτή: ~ή: δύναμη.|| (κυρ. για πλοίο) ~ός: κινητήρας. ~ή: μηχανή. ~ά: συστήματα. [< μτγν. προωστικός, γαλλ. propulsif]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.