Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • πρωινάδικο πρω-ι-νά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πρωινή τηλεοπτική εκπομπή, συνήθ. ψυχαγωγική. Βλ. μεσημεριανάδικο.
  • πρωινάδικος , η, ο πρω-ι-νά-δι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το πρωινάδικο: ~η: εκπομπή/ζώνη.

μεσημεριανάδικο

μεσημεριανάδικομε-ση-με-ρια-νά-δι-κο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & (σπάν.) μεσημεράδικο (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): μεσημεριανή τηλεοπτική εκπομπή, κυρ. κουτσομπολίστικη και ψυχαγωγική. Βλ. πρωινάδικο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.