Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πρωτοβάθμιος , α, ο πρω-το-βάθ-μι-ος επίθ.: που αντιπροσωπεύει τον αρχικό, πρώτο βαθμό μιας ιεραρχίας, σειράς, φάσης ή σχετίζεται με αυτόν: ~ος: καθηγητής (= πρώτης βαθμίδας, σε ΑΕΙ). ~α: υγειονομική επιτροπή. ~ο: δικαστήριο (βλ. πρωτοδικείο)/όργανο/σωματείο. ~οι: συνεταιρισμοί. ~ες: (συνδικαλιστικές) οργανώσεις.|| ~ος: έλεγχος κτιρίων/καθαρισμός λυμάτων.|| ~α: περίθαλψη/φροντίδα (βλ. λ.)/υγεία (βλ. επισκέπτης υγείας). Βλ. -βάθμιος. ● ΣΥΜΠΛ.: εξίσωση πρώτου/δευτέρου βαθμού βλ. εξίσωση, πρωτοβάθμια εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση [< μεσν. πρωτοβάθμιος 'που καταλαμβάνει την πρώτη θέση', γαλλ. de premier degré, αγγλ. primary]

-βάθμιος

-βάθμιος, α, ο επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που δηλώνουν ότι το προσδιοριζόμενο 1. έχει ορισμένη θέση σε κατάταξη ή ιεραρχία: Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δευτεροβάθμιο δικαστήριο.|| Πρωτοβάθμιος καθηγητής. 2. υποδιαιρείται σε συγκεκριμένο αριθμό μονάδων: δεκαβάθμια κλίμακα. ΣΥΝ. -βαθμος (2)

εκπαίδευση

εκπαίδευση[ἐκπαίδευση] εκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΑΙΔΑΓ. συστηματική, οργανωμένη και χρονικά καθορισμένη διαδικασία μετάδοσης γνώσεων, αξιών, δεξιοτήτων και ικανοτήτων, η οποία υλοποιείται από την Πολιτεία ή άλλους φορείς: γλωσσική/δημόσια (δωρεάν)/δίγλωσση/ελληνόγλωσση/ιδιωτική/ποιοτική/πολύγλωσση/συμπεριληπτική/φροντιστηριακή (πβ. παραπαιδεία)/ψηφιακή ~. Εγκύκλια ~. Υποχρεωτική (: νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο) και μη υποχρεωτική (: λύκειο) ~. Ανώτατη (: ακαδημαϊκή, πανεπιστημιακή) και ανώτερη (: τεχνολογική) ~. (Προ)σχολική ~. Προ-/μετα-πτυχιακή ~. Κοινωνιολογία της ~ης. Σύμβουλος ~ης (= σχολικός σύμβουλος). Οι νέες τεχνολογίες στην ~. Ο δημόσιος χαρακτήρας της ~ης. Πβ. παιδεία. Βλ. μετ~, συν~, τηλ~. 2. (κατ' επέκτ.) κατάρτιση: επαγγελματική ~. Συνεχής ~ (προσωπικού/υπαλλήλων). Βλ. Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε., αυτο~, (εξ)ειδίκευση, επιμόρφωση. 3. άσκηση: αθλητική ~. Λαμβάνω θεωρητική (πχ. ως υποψήφιος οδηγός)/ταχύρυθμη (βλ. σεμινάριο) ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Βασική ~ (: στα ΚΕΝ). ~ στα όπλα.|| ~ σκύλων (= εκγύμναση). Βλ. προ~. 4. αγωγή, γαλούχηση, διαπαιδαγώγηση: ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα/την υγεία. ● ΣΥΜΠΛ.: άτυπη εκπαίδευση/μάθηση & (σπάν.) ανεπίσημη εκπαίδευση/μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. που πραγματοποιείται μέσα από τις καθημερινές εμπειρίες και την προσωπική αναζήτηση του ατόμου. [< αγγλ. informal education/learning] , δευτεροβάθμια/μέση εκπαίδευση: το Γυμνάσιο και το Λύκειο, η βαθμίδα της εκπαίδευσης μεταξύ της πρωτοβάθμιας και της τριτοβάθμιας: δημόσια/ιδιωτική ~ ~., διά βίου μάθηση/εκπαίδευση: που συντελείται καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής και καλύπτει όλα τα είδη και επίπεδα της τυπικής, μη τυπικής και άτυπης εκπαίδευσης. Βλ. Λαϊκό Πανεπιστήμιο, συνεχιζόμενη/διά βίου/διαρκής κατάρτιση. [< αγγλ. lifelong learning, 1930, lifelong education] , εκπαίδευση ενηλίκων: κάθε οργανωμένη εκπαιδευτική διαδικασία με την οποία το ενήλικο άτομο αναπτύσσει τις ικανότητές του, εμπλουτίζει τις γνώσεις του, βελτιώνει τα προσόντα του, με σκοπό την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και την ενεργό συμμετοχή του στην κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη: άτυπη ~ ~. Γενική γραμματεία ~ης ~ (ακρ. ΓΓΕΕ). ~ ~ μεταναστών στην ελληνική γλώσσα. Η ~ ~ συμβάλλει στην αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού. Πβ. συνεχιζόμενη εκπαίδευση. Βλ. σχολείο δεύτερης ευκαιρίας. [< αγγλ. adult education, 1814] , εκπαίδευση εξ αποστάσεως/από απόσταση & διδασκαλία/μάθηση/σπουδές εξ αποστάσεως/από απόσταση: που γίνεται χωρίς φυσική παρουσία στον ίδιο χώρο διδασκόντων και διδασκομένων και βασίζεται στην επικοινωνία με ηλεκτρονικά μέσα, όπως το διαδίκτυο. Βλ. Ανοικτό Πανεπιστήμιο, τηλεκατάρτιση. ΣΥΝ. τηλεκπαίδευση, τηλεμάθηση [< αγγλ. distance education, distance learning, 1972] , επίσημη/τυπική εκπαίδευση & (σπάν.) μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. που παρέχεται μέσα από ένα αυστηρά καθορισμένο πρόγραμμα σπουδών και εκτείνεται σε τρεις βαθμίδες. Βλ. πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια, τριτοβάθμια εκπαίδευση. [< αγγλ. formal education] , ηλεκτρονική εκπαίδευση: σύγχρονη μέθοδος εκμάθησης από απόσταση που βασίζεται σε ηλεκτρονικά μέσα: (α)σύγχρονη ~ ~. ~ ~ των ατόμων με ειδικές ανάγκες/των εργαζομένων στη χρήση των νεώτερων τεχνολογιών (πβ. τηλε-κατάρτιση, -µάθηση). Μοντέλο/περιβάλλον/πλατφόρμα/πρόγραμμα/σύστημα/υπηρεσίες ~ής ~ης. ~ ~ και χρήση πολυμέσων. Πβ. τηλεκπαίδευση. Βλ. κινητή μάθηση. [< αγγλ electronic/e- learning, e-education] , μη επίσημη/μη τυπική εκπαίδευση & (σπάν.) μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. που λειτουργεί παράλληλα με την επίσημη και παρέχει συμπληρωματικές γνώσεις και δεξιότητες. Βλ. περιβαλλοντική εκπαίδευση. [< αγγλ. non-formal education] , πρωτοβάθμια εκπαίδευση & στοιχειώδης: το Δημοτικό Σχολείο., συνεχιζόμενη εκπαίδευση: επιμορφωτικά προγράμματα, που απευθύνονται κυρ. σε επαγγελματίες, για τις πρόσφατες εξελίξεις στο πεδίο του ενδιαφέροντός τους: ~ ~ και κατάρτιση (ακρ. ΣΕΚ). ~ ~ και διά βίου μάθηση. Πβ. εκπαίδευση ενηλίκων. [< αγγλ. continuing education, 1927, further education, 1937] , τριτοβάθμια εκπαίδευση: η ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση: εισαγωγή στην ~ ~. Βλ. ΑΕΙ, ΤΕΙ., ανοιχτή εκπαίδευση βλ. ανοιχτός, αντισταθμιστική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αντισταθμιστικός, ασύγχρονη τηλεκπαίδευση βλ. τηλεκπαίδευση, βασική εκπαίδευση βλ. βασικός, διαπολιτισμική εκπαίδευση βλ. διαπολιτισμικός, ειδική αγωγή/εκπαίδευση βλ. αγωγή, εκπαιδευτικό σύστημα βλ. εκπαιδευτικός, Κέντρο (Εκπαίδευσης) Νεοσυλλέκτων βλ. νεοσύλλεκτος, περιβαλλοντική εκπαίδευση βλ. περιβαλλοντικός, τεχνική εκπαίδευση βλ. τεχνικός [< γαλλ. éducation, αγγλ. education]

εξίσωση

εξίσωση[ἐξίσωση] ε-ξί-σω-ση ουσ. (θηλ.) 1. το να εξισώνεται κάποιος ή κάτι με κάποιον ή κάτι άλλο: κοινωνική/μισθολογική ~. ~ δικαιωμάτων/ευκαιριών (βλ. ισότητα). ~ μεταξύ κοινωνικής και περιβαλλοντικής αειφορίας. ~ φόρων πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης.|| ~ ανδρών και γυναικών στην ασφάλιση/στην εργασία. Πβ. εξομοίωση, ταύτιση. 2. ΜΑΘ. ισότητα που περιέχει αριθμούς και τουλάχιστον μία μεταβλητή, η οποία συνήθ. συμβολίζεται με τα γράμματα χ, ψ, ω: αλγεβρική/γραμμική/εκθετική ~. Λύση (= ρίζα)/όροι της ~ης. Σύστημα ~ώσεων.|| (ΧΗΜ.) Οι χημικές ~ώσεις των αντιδράσεων.|| (ΟΙΚΟΝ.) Λογιστική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εξίσωση πρώτου/δευτέρου βαθμού & πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια εξίσωση: ΜΑΘ. στην οποία ο μεγαλύτερος από τους εκθέτες των μεταβλητών είναι το 1 ή το 2, αντίστοιχα., διαφορική εξίσωση βλ. διαφορικός, κυματική εξίσωση βλ. κυματικός, παραμετρικές εξισώσεις βλ. παραμετρικός, υπερβατική εξίσωση βλ. υπερβατικός [< 1: μτγν. ἐξίσωσις 2: γαλλ. équation]

λ

λ(πρόφ. λάμδα) 1. το ενδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [l]: ~ κεφαλαίο (Λ). ~ μικρό (λ). Πβ. λάμδα. Βλ. σύμφωνο. 2. τριακοστός σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο λ΄/Λ΄) ~ μονάδα καταδρομών. Κεφάλαιο ΛΑ΄(= τριακοστό πρώτο). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Λ ή ,λ:) τριάντα χιλιάδες. [< αρχ. Λ, μεσν. λ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.