δήλιος, α, ο δή-λι-ος επίθ.: που προέρχεται από τη Δήλο ή σχετίζεται με αυτή, συνήθ. ο Απόλλωνας. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: δήλιο(ν) πρόβλημα: άλυτο, δυσεπίλυτο. [< αρχ. Δήλιος]
δημογραφικός, ή, ό δη-μο-γρα-φι-κός επίθ.: ΔΗΜΟΓΡ. που σχετίζεται με τη δημογραφία ή τον πληθυσμό: ~ός: δείκτης/παράγοντας/χάρτης. ~ή: ανάλυση/έκρηξη/εξέλιξη/κρίση/πολιτική/συρρίκνωση. ~ές: μελέτες/μεταβολές. ~ά: στοιχεία. Βλ. απογραφικός. ● επίρρ.: δημογραφικά ● ΣΥΜΠΛ.: δημογραφικά χαρακτηριστικά: τα γνωρίσματα (φύλο, ηλικία, μόρφωση, απασχόληση, εισόδημα) ενός πληθυσμού ή τμήματός του, ιδ. για τον προσδιορισμό του προφίλ μιας αγοράς καταναλωτών. [< αγγλ. demographics, 1967] , δημογραφικό (πρόβλημα/ζήτημα): οι αρνητικές συνέπειες της δυσανάλογης μείωσης ή αύξησης του πληθυσμού μιας περιοχής, μιας χώρας ή ολόκληρου του πλανήτη ως προς τους διαθέσιμους πόρους., γήρανση πληθυσμού βλ. γήρανση [< γαλλ. démographique, αγγλ. demographic]
διαχείρισηδι-α-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. διεύθυνση, διοίκηση· ειδικότ. διευθέτηση θέματος, υπόθεσης, προβλήματος: αστική/δημόσια/ιδιωτική ~. ~ ανθρώπινου δυναμικού/πολυκατοικίας/προγράμματος/προσωπικών δεδομένων. ~ της αγοράς/(εναέριας) κυκλοφορίας/εξουσίας (= άσκηση· πβ. διακυβέρνηση)/κίνησης (π.χ. προϊόντων)/της κοινωνίας. Γραφείο ~ης. Υπεύθυνος ~ης έργων. Σύστημα ~ης ασφάλειας/ποιότητας (π.χ. τροφίμων· βλ. ISO, ΕΛ.Ο.Τ.). Ανέλαβε/έχει τη ~ της επιχείρησης.|| ~ συναισθημάτων. ~ της ενέργειας/της μετανάστευσης/της (κυκλοφοριακής) συμφόρησης/υδατικών πόρων/των χημικών ουσιών/του χρέους. Ορθή ~ του χρόνου (πβ. οργάνωση, προγραμματισμός). Πβ. χειρισμός. Βλ. αυτο~, κακο~, συν~. 2. έλεγχος, οργάνωση και αξιοποίηση αγαθών, χρημάτων ή ηλεκτρονικών δεδομένων: ~ των γνώσεων/δραστηριοτήτων (π.χ. μάθησης)/των επιδόσεων (υπαλλήλου)/της έρευνας/της τεχνολογίας. Ορθολογική/συνετή ~ των αποθεμάτων νερού. ~ υλικού (: η αντίστοιχη υπηρεσία σε επιχειρήσεις ή στον στρατό).|| (ΟΙΚΟΝ.) Δημοσιονομική/λογιστική/ταμειακή ~. ~ δανείου/ενεργητικού και παθητικού/των (οικονομικών) ενισχύσεων/εσόδων-εξόδων/περιουσιακών στοιχείων/συμβάσεων. Αποτελεσματική/χρηστή ~ των κονδυλίων. Υπό ~ κεφάλαια/χαρτοφυλάκια. Συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. || (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/δικτύου/πληροφοριακών συστημάτων/πρόσβασης (στο ίντερνετ)/σφαλμάτων. Ηλεκτρονική ~ (= τηλε~). (σε φόρουμ:) ~ των χρηστών. ● ΣΥΜΠΛ.: διαχείριση αποβλήτων/απορριμμάτων: οι διαδικασίες προσωρινής αποθήκευσης, συλλογής, μεταφοράς και ενδεχόμενης επεξεργασίας απορριμμάτων, αποβλήτων: βιώσιμη/εναλλακτική ~ ~. ~ ~ με βιοτεχνολογικές μεθόδους. Βλ. ανακύκλωση., διαχείριση κινδύνου/κινδύνων: προσδιορισμός, ανάλυση πιθανών κινδύνων και λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή τους, ειδικότ. για επενδυτικές αποφάσεις επιχείρησης και γενικότ. σε κάθε περίπτωση εκτέλεσης ορισμένου έργου: ~ ~ στον αθλητισμό/στη διοίκηση/στην εκπαίδευση. Εφαρμοσμένη ~ κινδύνων. [< αγγλ. risk management, 1963] , διαχείριση κρίσεων & (σπάν.) χειρισμός της κρίσης/κρίσεων: διαδικασία πρόληψης, περιορισμού ή/και επίλυσης, εκτόνωσης απρόβλεπτων και επικίνδυνων καταστάσεων: ~ ~ στον τουρισμό. Εκπαίδευση των πολιτών στη ~ ~. [< αγγλ. crisis management, 1965] , διαχείριση προβλημάτων: επισήμανση και οργάνωση των προβλημάτων που εντοπίζονται σε κάποιο τομέα καθώς και το σύνολο των στρατηγικών και μεθόδων αντιμετώπισής τους: (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ ~ σχολικής τάξης. Επιμορφωτικά σεμινάρια/στρατηγικές ~ης ~.|| ~ ~ πελατών/(ΠΛΗΡΟΦ.) ασφαλείας υπολογιστών., διαχείριση του περιβάλλοντος & περιβαλλοντική διαχείριση: ΟΙΚΟΛ. οργάνωση και έλεγχος του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων με τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζονται οι αναπτυξιακές προσπάθειες σε μακροχρόνια βάση. Βλ. αειφορία. [< αγγλ. environmental management, 1949] , σύστημα διαχείρισης βάσης δεδομένων: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που δημιουργεί και ελέγχει βάση δεδομένων., αναγκαστική διαχείριση βλ. αναγκαστικός, κάμερες διαχείρισης (της) κυκλοφορίας βλ. κάμερα, ολοκληρωμένη διαχείριση βλ. ολοκληρωμένος [< 1: αρχ. διαχείρισις, γαλλ. gestion]
ζήτημαζή-τη-μα ουσ. (ουδ.) {ζητήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οποιοδήποτε θέμα, πρόβλημα, ερώτημα, τίθεται υπό εξέταση, πραγμάτευση: ακανθώδες/ανοιχτό/βασικό/δευτερεύον/διεθνές/δύσκολο/εθνικό/επίκαιρο/επίμαχο/ευαίσθητο/θεμελιώδες/καίριο/καυτό/κεντρικό/κομβικό/κρίσιμο/κυρίαρχο/λεπτό/μείζον/σημαντικό/σοβαρό/φλέγον ~. Εκπαιδευτικό/κοινωνικό/μεταναστευτικό/νομικό/οικονομικό/πολιτικό/τεχνικό ~. Το ~ της ασφάλειας/του εκσυγχρονισμού. Το ~ των ναρκωτικών/του πολέμου. Ανακινώ/εγείρω/θέτω ένα ~ (: καλώ τους υπόλοιπους να πάρουν θέση). Αναδεικνύω/αντιμετωπίζω/εξετάζω/ερευνώ/μελετώ/συζητώ ένα ~. Ασχολούμαι/καταπιάνομαι με ένα ~. Με απασχολεί ένα ~. Πβ. υπόθεση.|| (αιτία αντιπαραθέσεων:) Αναφύεται/δημιουργείται/προκύπτει ~ εκ του μη όντος. Μην περιπλέκεις το ~! 2. ερώτημα σε γραπτή εξέταση: ~ πρώτο/δεύτερο/τρίτο ... Απαντήστε στα δύο από τα τρία ~ατα. Πβ. ερώτηση, παρατήρηση. ● Υποκ.: ζητηματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ανατολικό (ζήτημα) βλ. ανατολικός, γλωσσικό (ζήτημα) βλ. γλωσσικός, δημογραφικό (πρόβλημα/ζήτημα) βλ. δημογραφικός ● ΦΡ.: είναι δικό μου ζήτημα/θέμα/πρόβλημα: για υπόθεση που αφορά κάποιον αποκλειστικά και κανέναν άλλο: Δεν σε αφορά τι θα κάνω, ~ ~ (= δική μου δουλειά). Αν εσύ δεν θέλεις ή δεν μπορείς να το καταλάβεις, αυτό είναι δικό σου ~., είναι ζήτημα/ζήτημα είναι αν/να...: για να δηλωθεί αμφιβολία· το πολύ να: Τι απολυτήριο, καλέ; ~ ~ αν ξέρει να διαβάζει! ~ ~ να έφαγε ένα φρούτο όλη μέρα., ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου: για κάτι από το οποίο εξαρτάται η ζωή κάποιου, (γενικότ.-μτφ.) πάρα πολύ σημαντικό: Η άμεση μεταφορά του ασθενούς στο νοσοκομείο είναι ~ ~. Η προστασία της φύσης είναι ~ ~ (= ζωτικής σημασίας). [< γαλλ. question de vie ou de mort, αγγλ. a matter of life or death] , δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, είναι θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, θέμα/ζήτημα χρόνου βλ. χρόνος, κάνω/δημιουργώ θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, το θέμα/ζήτημα είναι (να ...) βλ. θέμα, το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα βλ. αλλάζω [< 1: αρχ. ζήτημα ‘έρευνα, πρόβλημα’]
-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.
κατάθλιψηκα-τά-θλι-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. διαταραχή που χαρακτηρίζεται κυρ. από επίμονα και ισχυρά συναισθήματα θλίψης και απαισιοδοξίας, έλλειψη αυτοεκτίμησης και μείωση του ενδιαφέροντος για οποιαδήποτε δραστηριότητα· γενικότ. συναίσθημα έντονης θλίψης: αντιδραστική (: οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα και παύει όταν αυτός εκλείψει)/γεροντική/ενδογενής/επιλόχεια/εφηβική/κλινική/μείζων/μόνιμη/νευρωτική/σοβαρή/ψυχωτική ~. Βαριάς/ήπιας (πβ. δυσθυμική διαταραχή) μορφής ~. Αίτια/κίνδυνος/συμπτώματα (: κόπωση, λήθαργος, τάσεις αυτοκτονίας) ~ης. Φάρμακα κατά της ~ης (= αντικαταθλιπτικά). Περνάει φάση ~ης. Έπαθε/έχει ~. Βυθίζεται/είναι/έπεσε σε ~. Ξεπέρασε την ~. Βλ. κατατονία, μανιο~, ψύχωση.|| (προφ.) Η ~ του χειμώνα (πβ. εποχική συναισθηματική διαταραχή). Με πιάνει/μου 'ρχεται (μαύρη) ~, όταν σκέφτομαι ότι ... Η κατάσταση με οδηγεί σε/μου προκαλεί ~. Πβ. μαυρίλα, μελαγχολία, ψυχοπλάκωμα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συμπίεση ρευστού: (σε αντλία:) στόμιο (αναρρόφησης και) ~ης. Βλ. σύνθλιψη. ● ΣΥΜΠΛ.: μονοπολική διαταραχή/κατάθλιψη βλ. μονοπολικός [< 1: γαλλ. dépression 2: μτγν. κατάθλιψις]
μαθησιακός, ή, ό μα-θη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μάθηση: ~ή: διαδικασία. ~ό: μοντέλο/περιβάλλον. ~οί: στόχοι. ~ές: ανάγκες/δραστηριότητες/ιδιαιτερότητες/τεχνολογίες. ~ά: αποτελέσματα/εργαλεία/κενά. ● επίρρ.: μαθησιακά ● ΣΥΜΠΛ.: μαθησιακές δυσκολίες & μαθησιακές διαταραχές/μαθησιακά προβλήματα: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. δυσλειτουργίες που εκδηλώνονται κυρ. στη χρήση προφορικού και γραπτού λόγου, στους μαθηματικούς υπολογισμούς, στη λογική επεξεργασία πληροφοριών, στον αυτοέλεγχο, στον συντονισμό των κινήσεων και στη διατήρηση της προσοχής, σε σχέση με άλλους μαθητές της ίδιας ηλικίας, στο ίδιο χρονικό διάστημα και με τις ίδιες μεθόδους διδασκαλίας: γενικές/ειδικές ~ ~. Αντιμετώπιση/αποκατάσταση/διάγνωση ~ών ~ιών. Οι ~ ~ διαφέρουν από τη νοητική υστέρηση. Βλ. δυσ-αναγνωσία, -αριθμησία, -γραφία, -λεξία, -ορθογραφία. [< αγγλ. learning difficulties, 1921] [< αγγλ. learning]
-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]
παιδίπαι-δί ουσ. (ουδ.) {παιδ-ιού | -ιών} 1. νεαρό άτομο από τη στιγμή της γέννησής του, και κυρ. μετά τη βρεφική ηλικία, μέχρι την εφηβεία ή/και την ενηλικίωση: ανάγωγο/άτακτο/γελαστό/δυσλεξικό/έξυπνο/ζωηρό/κακομαθημένο/μεγάλο/μικρό/ντροπαλό/ορφανό/συνεσταλμένο/υπάκουο/υπερκινητικό/χαϊδεμένο ~. Άπορα/εξαφανισμένα ~ιά. ~ιά του δημοτικού. ~ιά με αυτισμό/ειδικές ανάγκες. Σπαστικά ~ιά. Ανάπτυξη/ανατροφή/διαπαιδαγώγηση/διατροφή/δικαιώματα/κοινωνικοποίηση/η προσωπικότητα/υγεία του ~ιού. Υιοθεσία ενός ~ιού (βλ. παρα-, ψυχο-παίδι). Φεστιβάλ ~ιού. Η (Παγκόσμια) Ημέρα του ~ιού (11 Δεκεμβρίου). Θηλάζω/μεγαλώνω/ταΐζω το ~ (βλ. βρέφος, μωρό, νεογέννητο). Σχέσεις γονέων-~ιών. Ασφάλεια των ~ιών στο διαδίκτυο. Δημιουργική απασχόληση ~ιών. Συναισθηματική υποστήριξη των καρκινοπαθών ~ιών. Βιβλία/παιχνίδια για ~ιά. Βλ. παιδάκι, παιδαρέλι, παίδαρος, διαβολό-, βουτυρό-, τρελό-παιδο.|| (ειδικότ.) Έχασε το ~ (= απέβαλε). Προστασία του αγέννητου ~ιού. Πβ. έμβρυο. 2. γιος ή κόρη κάποιου· απόγονος: βιολογικό (= φυσικό) ~. Γέννησε/έφερε στον κόσμο το πρώτο της/ένα υγιέστατο ~. Πατέρας τριών ~ιών. Το αγάπησαν σαν πραγματικό τους ~ (: υιοθετημένο ~). Δεν έκανε/έχει ~ιά (= δεν τεκνοποίησε). Πβ. τέκνο. Βλ. στερνοπαίδι.|| (για ζώα) Η γάτα και τα ~ιά της (πβ. νεογνό). 3. άνθρωπος νεαρής συνήθ. ηλικίας· αγόρι (για σχέση): Είναι καλό/χρυσό ~.|| (για νεαρό άτομο εντυπωσιακά όμορφο) Τι ~ είναι αυτό! Πβ. κούκλος, παίδαρος· κούκλα, κορίτσαρος.|| Γνώρισα ένα ~. Τα έχω/τα έφτιαξα με ένα ~. 4. {συνήθ. στον πληθ.} ως οικεία προσφώνηση προς άτομα ανεξαρτήτως ηλικίας: Καλώς τα ~ιά! ~ιά, ησυχία! 5. ενήλικος που παρουσιάζει στοιχεία παιδικότητας: Είναι ένα μεγάλο ~ (: αθώος, ειλικρινής, απλός, απροσποίητος). (μειωτ.) Μη γίνεσαι/μην είσαι ~ (πβ. ανώριμος, αφελής, εύπιστος)! 6. (+ γεν.) (μτφ.) γέννημα, θρέμμα· δημιούργημα: (για πρόσ.) Είναι ~ της εκκλησίας/της εποχής του/της μεταπολίτευσης.|| ~ της ανάγκης/του καπιταλισμού. Πβ. προϊόν. ΣΥΝ. τέκνο (2) 7. (σε καταστήματα, γραφεία, εστιατόρια) νεαρός υπάλληλος που εκτελεί δευτερεύουσες, βοηθητικές εργασίες: ~, να παραγγείλουμε (πβ. γκαρσόν);|| (συχνά χιουμορ.-ειρων.) ~ για όλες τις δουλειές. ● ΣΥΜΠΛ.: η ώρα του παιδιού: (συνήθ. για κατάσταση, δραστηριότητα) που δεν αντιμετωπίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα και προσοχή: Λίγο έλειψε το μάθημα να γίνει ~ ~., κέντρο προστασίας παιδιών: ίδρυμα που παρέχει φιλοξενία, εκπαίδευση και ψυχαγωγία σε ανήλικα άτομα 3-12 ετών, τα οποία αποδεδειγμένα στερούνται οικογενειακής προστασίας. ΣΥΝ. παιδόπολη, παιδί/τέκνο του λαού (προφ.): λαϊκός άνθρωπος: γνήσιο ~ ~. [< γαλλ. enfant du peuple] , παιδιά των φαναριών: αυτά που επαιτούν, πουλούν ή προσφέρουν κάποια υπηρεσία σε οδηγούς οχημάτων που έχουν σταματήσει σε φανάρια: τα ξυπόλυτα ~ ~., προβληματικό παιδί: με κινητικά ή/και διανοητικά προβλήματα., το τρομερό παιδί: νέος ή νέα που διακρίνεται για το μεγάλο του ταλέντο ή/και τους προκλητικούς, συχνά, νεωτερισμούς του/της: Είναι ~ ~ του κινηματογράφου/της λογοτεχνίας/της τέχνης. [< γαλλ. l'enfant terrible] , άνθρωπος/παιδί της πιάτσας βλ. πιάτσα, παιδί της μαμάς βλ. μαμά, παιδί του δρόμου βλ. δρόμος, παιδί του σωλήνα βλ. σωλήνας, παιδιά των λουλουδιών βλ. λουλούδι, παιδί-θαύμα βλ. θαύμα, παιδική κακοποίηση & κακοποίηση παιδιών βλ. κακοποίηση, προστατευόμενο μέλος/παιδί/τέκνο βλ. προστατευόμενος, σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού βλ. σύνδρομο ● ΦΡ.: από παιδί: από την παιδική ηλικία: ~ ~ ασχολείται με τη μουσική. Πβ. παιδιόθεν., δικό μας παιδί: για κάποιον που κατάγεται από τον ίδιο με εμάς τόπο ή προέρχεται από τον ίδιο με εμάς επαγγελματικό, ιδεολογικό, πολιτικό χώρο ή με τον οποίο μας συνδέει φιλική ή άλλου είδους σχέση: Ζει τόσα χρόνια στη χώρα μας, που πλέον θεωρείται ~ ~., κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι: (ειρων.) για την αχαριστία των παιδιών προς τους γονείς., κρύβει ένα παιδί μέσα του (μτφ.): (για ενήλικο άτομο) τον χαρακτηρίζει παιδικότητα., ξαναγίνομαι παιδί (μτφ.): νιώθω και συμπεριφέρομαι σαν παιδί, κάνω πράγματα που αρμόζουν σε παιδιά., παιδί της μάνας/του πατέρα του: για αυτόν που μοιάζει ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ή/και τη συμπεριφορά στη μητέρα ή τον πατέρα του αντίστοιχα., παιδί/παιδάκι μου: (οικ.-ειρων.) προσφώνηση προς άτομο κάθε ηλικίας η οποία συνήθ. δηλώνει εκνευρισμό ή ανησυχία: Σταμάτα να μιλάς συνέχεια, ρε ~! Τι έγινε, βρε/μωρέ ~; Είσαι με τα καλά σου/τι κάνεις εκεί, παιδάκι μου; Τι λες, ρε ~ ~, αλήθεια;, παιδιά, σκυλιά (χιουμορ.): η οικογένεια ή οι οικογενειακές υποχρεώσεις: Είχαν στοιβάξει στο αυτοκίνητο ~ ~ και ομπρέλες.|| ~ ~ δεν έχει., περιμένει/περιμένουν παιδί: για γυναίκα που είναι έγκυος ή για ζευγάρι που πρόκειται να αποκτήσει παιδί: Περιμένει το πρώτο της ~., πιάνω παιδί: (για γυναίκα) μένω έγκυος: Δεν μπορεί/προσπαθεί να πιάσει ~., ρίχνω το παιδί (προφ.): κάνω έκτρωση., σαν μικρό/μωρό παιδί: για ενήλικο με παιδική ή/και ανώριμη συμπεριφορά: Γελούσε/έκλαιγε/χοροπηδούσε ~ ~. Έκανε ~ ~ από τη χαρά του. Πανηγύριζαν την πρόκριση σαν ~ά ~ιά.|| Μην κάνεις ~ ~!, τα παιδιά των παιδιών μου: τα εγγόνια ή γενικότ. οι απόγονοί μου: Το έργο αυτό θα μείνει κληρονομιά στα παιδιά σας και στα ~ ~ σας., του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου (παροιμ.): για να δηλωθεί η μεγάλη αγάπη των παππούδων προς τα εγγόνια τους., των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν (παροιμ.): οι συνετοί άνθρωποι είναι προνοητικοί., αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το ταΐζει η μάνα/δεν του δίνουνε βυζί βλ. κλαίω, άσχημο παιδί στην κούνια, όμορφο στη ρούγα βλ. ρούγα, γαμώ τα παιδιά/τα άτομα βλ. γαμώ, κορίτσι/παιδί πράμα βλ. πράγμα, κρατάω το παιδί βλ. κρατώ, μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι βλ. τάζω, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει βλ. μάνα, παιδί-κουμπί/βιολί βλ. βιολί, παραμύθι για (μικρά) παιδιά βλ. παραμύθι, σπέρνω παιδιά βλ. σπέρνω, στη ζωή μου/της μάνας μου/των παιδιών μου βλ. ζωή, το χρυσό παιδί/κορίτσι/αγόρι βλ. χρυσός, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) βλ. ύπνος, χάνει η μάνα το παιδί (και το παιδί τη μάνα) βλ. μάνα ● βλ. παιδούλα [< μεσν. παιδίν]
προβληματικήπρο-βλη-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): το σύνολο των προβλημάτων που αναπτύσσονται γύρω από κάποιο θέμα ή επιστημονικό πεδίο· ειδικότ. η συλλογιστική και ο τρόπος προσέγγισης ενός ζητήματος: Το ερώτημα εντάσσεται σε μια ευρύτερη ~ που αφορά ... Η ~ γύρω από την αρχιτεκτονική. Διατυπώνω/παρουσιάζω την ~ μου πάνω σε ... (πβ. θεματική). Βλ. προβληματισμός. [< γαλλ. problématique, 1936, αγγλ. problematic, γερμ. Problematik]
προβληματισμόςπρο-βλη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. νοητική διαδικασία σχετική με τη διατύπωση σκέψεων, αποριών, ερωτημάτων γύρω από κάποιο θέμα, καθώς και η προσπάθεια εξήγησης ή επίλυσής τους: γόνιμος/ηθικός/κοινωνικός/περαιτέρω/πλούσιος/πολιτικός/φιλοσοφικός ~ (βλ. στοχασμός). Αντικείμενο/κλίμα/πηγή ~ού. Ανάπτυξη (του) ~ού μέσα από (τον) διάλογο/(τη) συζήτηση. Χώρος ~ού και επικοινωνίας. Ενίσχυση του ~ού πάνω στην εκπαίδευση/το περιβάλλον. Βλ. προβληματική. 2. ανησυχία, έντονο ενδιαφέρον για ένα ζήτημα, μια κατάσταση: ~ για τη νέα γρίπη. Έντονο ~ό έχει προκαλέσει στην κυβέρνηση η υπόθεση του ... Εξέφρασε τους ~ούς της για την πορεία του έργου. Βλ. -ισμός.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ