προγευματικός , ή, ό προ-γευ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη χρονική στιγμή ακριβώς πριν τη λήψη ενός γεύματος: ~ή: τιμή (της γλυκόζης)/χορήγηση (μιας ουσίας). ~ό: σάκχαρο. ΑΝΤ. μεταγευματικός ● επίρρ.: προγευματικά [< αγγλ. preprandial]
γεύμα
γεύμα[γεῦμα] γεύ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ποσότητα φαγητού που συνήθ. περιλαμβάνει ποικιλία τροφών και τρώγεται σε τακτά χρονικά διαστήματα: πρωινό (= πρόγευμα)/μεσημεριανό/απογευματινό/βραδινό (= δείπνο) ~. Οικογενειακό/σχολικό/υπαίθριο (βλ. μπάρμπεκιου, πικ νικ)/χριστουγεννιάτικο ~. Απλό/βασικό/ελαφρύ (πβ. δεκατιανό, κολατσιό)/ισορροπημένο/κρύο (βλ. μπουφές)/λιτό/νηστίσιμο/πλουσιοπάροχο/πρόχειρο (πβ. σνακ)/φτωχό/χορταστικό ~. Στη διάρκεια του ~ατος. Μικρά ~ατα (= μικρογεύματα). ~ατα διαίτης. Τρία ~ατα ημερησίως. Προετοιμάζω το ~. Παραλείπω ένα ~. Μην τρώτε ανάμεσα στα ~ατα. Βλ. εστίαση.2. (ειδικότ.) μεσημεριανό φαγητό: αποχαιρετιστήριο ~. ~ γνωριμίας. ~ με φίλους/σε εστιατόριο. Πρόσκληση σε ~.3. δεξίωση (με φαγητό): γαμήλιο/επίσημο ~. ~ αρραβώνων. Παρέθεσαν/προσέφεραν ~ προς τιμήν του ... Πβ. τραπέζι. ● ΣΥΜΠΛ.: γεύμα εργασίας & δείπνο/πρόγευμα εργασίας & επαγγελματικό γεύμα/δείπνο: στο οποίο συζητούνται επαγγελματικά ή υπηρεσιακά θέματα. [< αγγλ. working lunch, 1964, working dinner, 1970] , βαριούχο γεύμα βλ. βαριούχος, κανονικό γεύμα βλ. κανονικός, λουκούλλειο γεύμα/δείπνο βλ. λουκούλλειος [< αρχ. γεῦμα ‘γεύση, μικρή ποσότητα φαγητού για δοκιμή’, γαλλ. repas, αγγλ. meal]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.