Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • πρότζεκτ πρό-τζεκτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. σχέδιο, σχεδιασμός εργασίας, δράσης, που εκπονείται συνήθ. με ομαδικό πνεύμα: Εταιρεία που αναλαμβάνει μεγάλα ~. ~ μάνατζερ. 2. ΠΑΙΔΑΓ. & (συχνότ.) σχέδιο εργασίας: διδακτική μέθοδος, τρόπος ομαδικής εργασίας στην οποία συμμετέχουν όλα τα μέλη της σχολικής τάξης: διαθεματικά ~. [< αγγλ. project, 1916]
  • προτζέκτορας προ-τζέ-κτο-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για την προβολή εικόνων, σλάιντ, φιλμ σε επιφάνεια ή οθόνη μέσω συστήματος φακών. Πβ. διαφανο-, επιδια-σκόπιο, προβολέας. [< αγγλ. projector]