Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • πυλωρός πυ-λω-ρός ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. το κατώτατο, τελευταίο τμήμα του στομάχου που οδηγεί στο δωδεκαδάκτυλο, το οποίο εμποδίζει την παλινδρόμηση ουσιών από το έντερο στο στομάχι και την είσοδο τροφής που δεν μπορεί να χωνευτεί στο λεπτό έντερο: ελικοβακτηρίδιο του ~ού. [< μτγν. πυλωρός, γαλλ. pylore, αγγλ. pylorus]