Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πυριφλεγής , ής, ές πυ-ρι-φλε-γής επίθ. {πυριφλεγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): φλεγόμενος, διάπυρος· κατ' επέκτ. θερμός, έντονος: ~ή: υλικά.|| (μτφ.) ~είς: δηλώσεις (= σφοδρές). [< αρχ. πυριφλεγής]