πυροβολημένος, η, ο πυ-ρο-βο-λη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει χτυπηθεί με πυροβόλο όπλο: ~ εξ επαφής.2. (αργκό, για πρόσ.) που φέρεται αλλοπρόσαλλα, ιδιόρρυθμος: ~ο: άτομο. ● βλ. πυροβολώ
ψαχνό
ψαχνόψα-χνό ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. -ΜΑΓΕΙΡ. κρέας χωρίς κόκαλα και λίπος: κοτόπουλο/μοσχάρι/χοιρινό ~. Βλ. ξεψαχνίζω.2. κέρδος, όφελος, κυρ. οικονομικό· ενδιαφέρον: Υπάρχει ~ εδώ!|| Η ιστορία έχει πολύ ~! ΣΥΝ. ψητό (3) 3. (μτφ.) η ουσία ενός θέματος: Μπαίνω/πάω κατευθείαν στο ~. Πβ. ρεζουμέ. ΣΥΝ. ζουμί (3), ψητό (2) ● ΦΡ.: χτυπώ/βαρώ/ρίχνω/πυροβολώ στο ψαχνό (προφ.): πυροβολώ κατευθείαν εναντίον κάποιου χωρίς δισταγμό, με σκοπό να τον τραυματίσω ή να τον σκοτώσω. || (μτφ.) Μέτρα που χτυπούν ~ (= ζημιώνουν, πλήττουν) μισθωτούς και συνταξιούχους. [< μεσν. ψαχνόν]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.