Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πυροβόλος , ος, ο πυ-ρο-βό-λος επίθ.: ΣΤΡΑΤ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πυροβόλο όπλο & πυροβόλο (το) 1. που ενεργοποιείται με εσωτερική καύση πυρίτιδας: αυτόματο/ηλεκτρονικό/ναυτικό ~. Βλ. αεροβόλο όπλο, καλίμπρα, κανόνι, καραμπίνα, πιστόλι, τηλεβόλο, τουφέκι. 2. μεγάλο, μη φορητό όπλο, που εκτοξεύει βαρέα βλήματα: αντιαεροπορικό ~. Αντιαρματικά/αυτοκινούμενα/ρυμουλκούμενα ~α. Πβ. κανόνι. Βλ. κιλλίβαντας. [< γαλλ. arme à feu] [< πβ. μτγν. πυροβόλος, πυροβόλα, τὰ ‘μηχάνημα εκτόξευσης φλεγόμενων βλημάτων’]

κιλλίβαντας

κιλλίβανταςκιλ-λί-βα-ντας ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. τροχοφόρο όχημα το οποίο στηρίζει ή μεταφέρει πυροβόλο όπλο: ~ μυδραλιοβόλων.|| (για επίσημα πρόσωπα) Η σορός/το φέρετρο μεταφέρθηκε πάνω σε ~α. [< αρχ. κιλλίβας ‘τρίποδας’, γαλλ. afffût]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.