πυροβόλος , ος, ο πυ-ρο-βό-λος επίθ.: ΣΤΡΑΤ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πυροβόλο όπλο & πυροβόλο (το) 1. που ενεργοποιείται με εσωτερική καύση πυρίτιδας: αυτόματο/ηλεκτρονικό/ναυτικό ~. Βλ. αεροβόλο όπλο, καλίμπρα, κανόνι, καραμπίνα, πιστόλι, τηλεβόλο, τουφέκι.2. μεγάλο, μη φορητό όπλο, που εκτοξεύει βαρέα βλήματα: αντιαεροπορικό ~. Αντιαρματικά/αυτοκινούμενα/ρυμουλκούμενα ~α. Πβ. κανόνι. Βλ. κιλλίβαντας. [< γαλλ. arme à feu] [< πβ. μτγν. πυροβόλος, πυροβόλα, τὰ ‘μηχάνημα εκτόξευσης φλεγόμενων βλημάτων’]
κιλλίβαντας
κιλλίβανταςκιλ-λί-βα-ντας ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. τροχοφόρο όχημα το οποίο στηρίζει ή μεταφέρει πυροβόλο όπλο: ~ μυδραλιοβόλων.|| (για επίσημα πρόσωπα) Η σορός/το φέρετρο μεταφέρθηκε πάνω σε ~α. [< αρχ. κιλλίβας ‘τρίποδας’, γαλλ. afffût]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.