Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


πυριγενής

πυριγενής, ής, ές πυ-ρι-γε-νής επίθ. & πυρογενής (λόγ.): που δημιουργήθηκε, σχηματίστηκε από φωτιά. Βλ. -γενής. ● ΣΥΜΠΛ.: πυριγενή/εκρηξιγενή/μαγματικά πετρώματα βλ. πέτρωμα1 [< αρχ. πυριγενής, γαλλ. pyrigène]