Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πυρομαχικά πυ-ρο-μα-χι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (περιληπτ.): ΣΤΡΑΤ. κάθε είδους εφόδια βολής, κυρ. βλήματα, φυσίγγια, εκρηκτικοί μηχανισμοί, που είναι απαραίτητα για την τροφοδοσία των πυροβόλων όπλων καθώς και τα μέρη που περιλαμβάνονται σε αυτά: όπλα και ~. Αποθήκες ~ών. Πβ. πολεμοφόδια. [< γαλλ. munitions]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.