Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πυρομαχικά πυ-ρο-μα-χι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (περιληπτ.): ΣΤΡΑΤ. κάθε είδους εφόδια βολής, κυρ. βλήματα, φυσίγγια, εκρηκτικοί μηχανισμοί, που είναι απαραίτητα για την τροφοδοσία των πυροβόλων όπλων καθώς και τα μέρη που περιλαμβάνονται σε αυτά: όπλα και ~. Αποθήκες ~ών. Πβ. πολεμοφόδια. [< γαλλ. munitions]