Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πώγωνας πώ-γω-νας ουσ. (αρσ.) & πώγων (αρχαιοπρ.): γένι, μούσι και κατ' επέκτ. πιγούνι. [< αρχ. πώγων]