Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ραβασάκι ρα-βα-σά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (ειρων.) σημείωμα ή επιστολή με δυσάρεστο συνήθ. περιεχόμενο για τον παραλήπτη: απειλητικό ~. Ήρθε το ~ της Εφορίας/της Τροχαίας. Πβ. λυπητερή, μπουγιουρντί. 2. (κυρ. παλαιότ.) ερωτικό σημείωμα που έστελνε κάποιος, συνήθ. κρυφά. Πβ. μπιλιέτο.