Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ρετάλι ρε-τά-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. το τελευταίο κομμάτι υφάσματος που πωλείται φθηνότερα· κατ' επέκτ. υπόλοιπο, υπόλειμμα: ~ια μοκέτας/πανιών.|| ~ια ξύλου. 2. (μτφ.) κουρασμένος, εξαντλημένος, κατάκοπος: Γυρνάει κάθε μέρα ~ από τη δουλειά (= πτώμα, ψόφιος). 3. (μτφ.-αργκό-μειωτ.) άνθρωπος ανάξιος, που έχει εξευτελιστεί: ~ της κοινωνίας. Τον έκανε ~ (= ρεζίλι). Πβ. κατακάθι, τιποτένιος. 4. ΟΙΚΟΝ. τίτλος μετοχής που αντιπροσωπεύει αριθμό μικρότερο από τη μονάδα διαπραγμάτευσης. [< ιταλ. ritaglio (ή διαλεκτ. retaglio)]