Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ρηξικέλευθος , η/ος, ο ρη-ξι-κέ-λευ-θος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έρχεται σε ρήξη με το καθιερωμένο, επιχειρεί κάτι νέο, πρωτοπόρος: ~ος: λόγος/χαρακτήρας. ~η: απόφαση/θεωρία/ιδέα/πολιτική. ~ες: λύσεις/προτάσεις. ~α: μέτρα. (για πρόσ.) ~οι διανοητές. Πβ. εικονοκλαστ-, νεωτεριστ-, ριζοσπαστ-ικός, καινοτόμος. [< μτγν. ῥηξικέλευθος ‘αυτός που ανοίγει τον δρόμο’]