Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ριπή [ῥιπή] ρι-πή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) σύνολο ταυτόχρονων ή διαδοχικών πυροβολισμών: ~ές αυτόματου (όπλου)/πολυβόλου. ~ από σφαίρες. Απανωτές/εκκωφαντικές ~ές. Πβ. τουφεκιά. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. (σπάν.) ταχύτητα με την οποία γίνονται συνεχόμενες λήψεις φωτογραφικής μηχανής ή εκτελούνται ορισμένες λειτουργίες σε ηλεκτρονικό υπολογιστή: διάστημα/ρυθμός ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: ριπή (του) ανέμου: ΜΕΤΕΩΡ. ρεύμα αέρα που κινείται απότομα και γρήγορα. [< γαλλ. rafale] ● ΦΡ.: εν ριπή οφθαλμού (ΚΔ): ταχύτατα, αστραπιαία: Τα εισιτήρια του αγώνα/της πρεμιέρας εξαντλήθηκαν ~ ~. Πβ. αμέσως., βολή κατά ριπάς βλ. βολή1 [< αρχ. ῥιπή ‘φόρα, ορμή’]

βολή1

βολή1βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. ρίψη (ακοντίου, βέλους, δίσκου, μπάλας, σφαίρας, σφύρας): (στην τοξοβολία) γραμμή ~ής. (στον ακοντισμό) Πέτυχε ~ στα ... μ. (ειδικότ. στο μπάσκετ) Άστοχη/εύστοχη ~ (πβ. σουτ1). Ελεύθερη ~ (: από τη γραμμή του φάουλ). Έχασε τη ~. Δοκιμαστικές ~ές.|| (ΦΥΣ.) Κατακόρυφη/οριζόντια/πλάγια ~ σώματος. Βλ. ελεύθερη πτώση. 2. ΣΤΡΑΤ. εκτόξευση βλήματος ή ρίψη πυρών με πυροβόλα όπλα: άσκηση ~ής. (για στρατιωτικές δυνάμεις) Έριξαν προειδοποιητικές ~ές (στον αέρα). ~ές αρμάτων/όλμων. Πβ. πιστολιά, πυρ, πυροβολισμός, τουφεκιά. Βλ. εκσφενδόνιση, εξακόντιση. 3. (μτφ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} λεκτική επίθεση με τη μορφή κατηγορίας ή αρνητικής κριτικής: άμεσες/ευθείες ~ές εναντίον ... Απευθύνω/εκτοξεύω/εξαπολύω ~ές κατά ... Πβ. αιχμές, βέλη, πυρά. Βλ. δια~, προσ~. ● ΣΥΜΠΛ.: έμμεση βολή: ΣΤΡΑΤ. κατά μη ορατού στόχου: ~ ~ πυραύλων.|| (μτφ., έμμεσες κατηγορίες, υπαινιγμοί:) ~ες ~ές εναντίον ... Απάντησε στις/δέχτηκε ~ες ~ές., πεδίο βολής βλ. πεδίο, τροχιοδεικτική βολή βλ. τροχιοδεικτικός, χαριστική βολή βλ. χαριστικός ● ΦΡ.: βολή κατά βολή: ΣΤΡΑΤ. ένας μόνο πυροβολισμός με το όπλο., βολή κατά ριπάς (λόγ.) & βολή κατά ριπές: ΣΤΡΑΤ. συνεχείς πυροβολισμοί: (κυριολ.) Τους πυροβόλησαν με ~ές ~. Πβ. καταιγιστικά πυρά.|| (μτφ.) ~ές(/πυρά) ~ σε βάρος της πλειοψηφίας.|| (Για παίκτη) Σκοράρει κατά ριπάς., σε απόσταση/θέση βολής βλ. απόσταση [< αρχ. βολή, γαλλ. tir, αγγλ. shot]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.