Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ροοστάτης ρο-ο-στά-της ουσ. (αρσ.) & ρεοστάτης: ΗΛΕΚΤΡ. αντίσταση με μεταβλητό μήκος συνδεδεμένη σε κύκλωμα για τη ρύθμιση της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος: διακόπτες/φωτιστικό με ~η. Πβ. ντίμερ. Βλ. -στάτης. [< αγγλ. rheostat, γαλλ. rhéostat]

-στάτης

-στάτης{-στατών} (λόγ.) επίθημα κυρ. αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνουν: 1. σημείο στερέωσης, τοποθέτησης: βιβλιο~/κηρο~/φανο~. 2. όργανο, εξάρτημα ή διακόπτη που ρυθμίζει τη λειτουργία συσκευής: θερμο~/κρυο~/υδρο~. (ΗΛΕΚΤΡ.) Ροο~. 3. το άτομο που στέκεται κοντά σε κάτι ή κάποιον: παρα~.|| (μτφ.) Συμπαρα~.