σάκος σά-κος ουσ. (αρσ.) 1. μεγάλη κυλινδρική θήκη από εύκαμπτο υλικό, με άνοιγμα στην κορυφή, συχνά με λαβή, για τη μεταφορά ή φύλαξη αντικειμένων, υλικών, εργαλείων, ρούχων· γενικότ. οτιδήποτε έχει παρόμοιο σχήμα: αδιάβροχος/δερμάτινος/υφασμάτινος ~. Διπλωματικός (: που περιέχει την αλληλογραφία της πρεσβείας ή του προξενείου μιας χώρας με το Υπουργείο Εξωτερικών της)/εκδρομικός/στρατιωτικός/ταξιδιωτικός (βλ. σακ βουαγιάζ)/ταχυδρομικός (: με επιστολές και δέματα) ~. Πλαστικός ~ (μολυσματικών) απορριμμάτων. ~ εξοπλισμού/ύπνου (= υπνόσακος)/ψαροτούφεκου. (στον στρατό) ~ εκστρατείας/ιματισμού (βλ. λουκάνικο). ~ για σκι. Πρακτικός ~ για μικροπράγματα. Χάρτινοι ~οι (= χαρτόσακοι) των ... κιλών. ~οι πολυαιθυλενίου. Προμήθεια ~ων τσιμέντου. Άμμος/χώμα που διατίθεται σε ~ους. Πβ. σακί, σακίδιο, τσουβάλι. Βλ. αερόσακος.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Τσάντα/φόρεμα-~.2. ΕΚΚΛΗΣ. πολυτελές αρχιερατικό άμφιο με κοντά και φαρδιά μανίκια: επισκοπικός ~. ~ πατριάρχη. 3. ΑΝΑΤ. θύλακας: ινώδης/νωτιαίος ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σάκος του μποξ1. & σάκος πυγμαχίας: ειδικός μακρόστενος σάκος τον οποίο χτυπούν με γροθιές οι πυγμάχοι για εξάσκηση: δερμάτινος ~ ~. ~ ~ με βάση (= ~ ~ δαπέδου).2. (μτφ.) για πρόσωπο στο οποίο ξεσπά κάποιος χωρίς λόγο, που λειτουργεί ως μέσο εκτόνωσης: Έχουμε γίνει ~ ~., αεροφόροι σάκοι βλ. αεροφόρος, αμνιακός σάκος βλ. αμνιακός ● ΦΡ.: πόσα απίδια πιάνει/χωράει/βάζει/βάνει/έχει ο σάκος βλ. απίδι [< αρχ. σά(κ)κος, γαλλ. sac, αγγλ. bag]
αερόσακος
αερόσακος[ἀερόσακος] α-ε-ρό-σα-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σάκος που φουσκώνει αυτόματα σε περίπτωση σύγκρουσης, για να προστατεύσει τον οδηγό και τους επιβάτες γιωταχί από βαρύ τραυματισμό: μπροστινός ~. Πλευρικοί ~οι. ~ συνοδηγού. Αισθητήρας/(απ)ενεργοποίηση ~ου. ~οι τύπου κουρτίνας. Βλ. παθητική ασφάλεια, προεντατήρας.2. (σπάν.-μτφ.) οτιδήποτε ή οποιοσδήποτε παρέχει προστασία: Ανέλαβε να παίξει τον ρόλο του "~ου". [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. airbag, 1970, ιταλ. ~, 1989, γαλλ. ~, 1992]
αεροφόρος
αεροφόρος, ος/α, ο [ἀεροφόρος] α-ε-ρο-φό-ρος επίθ. (επιστ.) 1. που είναι γεμάτος αέρα: ~ος: ιστός. ~ος: κοιλότητα/κύστη. ~ο: κέλυφος/οστό.2. μέσα από τον οποίο μεταφέρεται αέρας: ~ος: αγωγός. Βλ. -φόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροφόροι σάκοι: ΟΡΝΙΘ. θύλακας του αναπνευστικού συστήματος των πτηνών., αεροφόρος οδός: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το σύνολο των οργάνων που μεταφέρουν τον αέρα της αναπνοής: άνω και κάτω ~ ~. Απόφραξη/στένωση ~ων ~ών. Βλ. αεραγωγός. [< γαλλ. conduit aérifère] [< μτγν. ἀεροφόρος, γαλλ. aérifère, αγγλ. aeriferous]
αμνιακός
αμνιακός, ή, ό [ἀμνιακός] α-μνι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο άμνιο: ~ά: κύτταρα. ΣΥΝ. ενάμνιος ● ΣΥΜΠΛ.: αμνιακό υγρό: που βρίσκεται στον αμνιακό σάκο., αμνιακός σάκος: κυστικός σχηματισμός που αποτελείται από το άμνιο και το χόριο και περιέχει το αμνιακό υγρό, στο οποίο αιωρείται το έμβρυο. [< γαλλ. amniotique, αγγλ. amniotic]
απίδι
απίδι[ἀπίδι] α-πί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): αχλάδι. Βλ. -ίδι. ● ΦΡ.: πόσα απίδια πιάνει/χωράει/βάζει/βάνει/έχει ο σάκος (προφ.): πώς έχουν τα πράγματα στην πράξη, τι συμβαίνει στ' αλήθεια: (κυρ. απειλητ.) Θα του δείξω εγώ ~ ~!|| Ας εφαρμόσει όσα λέει, για να δούμε ~ ~! [< μεσν. απίδι(ον)]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.