Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σάκος σά-κος ουσ. (αρσ.) 1. μεγάλη κυλινδρική θήκη από εύκαμπτο υλικό, με άνοιγμα στην κορυφή, συχνά με λαβή, για τη μεταφορά ή φύλαξη αντικειμένων, υλικών, εργαλείων, ρούχων· γενικότ. οτιδήποτε έχει παρόμοιο σχήμα: αδιάβροχος/δερμάτινος/υφασμάτινος ~. Διπλωματικός (: που περιέχει την αλληλογραφία της πρεσβείας ή του προξενείου μιας χώρας με το Υπουργείο Εξωτερικών της)/εκδρομικός/στρατιωτικός/ταξιδιωτικός (βλ. σακ βουαγιάζ)/ταχυδρομικός (: με επιστολές και δέματα) ~. Πλαστικός ~ (μολυσματικών) απορριμμάτων. ~ εξοπλισμού/ύπνου (= υπνόσακος)/ψαροτούφεκου. (στον στρατό) ~ εκστρατείας/ιματισμού (βλ. λουκάνικο). ~ για σκι. Πρακτικός ~ για μικροπράγματα. Χάρτινοι ~οι (= χαρτόσακοι) των ... κιλών. ~οι πολυαιθυλενίου. Προμήθεια ~ων τσιμέντου. Άμμος/χώμα που διατίθεται σε ~ους. Πβ. σακί, σακίδιο, τσουβάλι. Βλ. αερόσακος.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Τσάντα/φόρεμα-~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. πολυτελές αρχιερατικό άμφιο με κοντά και φαρδιά μανίκια: επισκοπικός ~. ~ πατριάρχη. 3. ΑΝΑΤ. θύλακας: ινώδης/νωτιαίος ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σάκος του μποξ 1. & σάκος πυγμαχίας: ειδικός μακρόστενος σάκος τον οποίο χτυπούν με γροθιές οι πυγμάχοι για εξάσκηση: δερμάτινος ~ ~. ~ ~ με βάση (= ~ ~ δαπέδου). 2. (μτφ.) για πρόσωπο στο οποίο ξεσπά κάποιος χωρίς λόγο, που λειτουργεί ως μέσο εκτόνωσης: Έχουμε γίνει ~ ~., αεροφόροι σάκοι βλ. αεροφόρος, αμνιακός σάκος βλ. αμνιακός ● ΦΡ.: πόσα απίδια πιάνει/χωράει/βάζει/βάνει/έχει ο σάκος βλ. απίδι [< αρχ. σά(κ)κος, γαλλ. sac, αγγλ. bag]

αερόσακος

αερόσακος[ἀερόσακος] α-ε-ρό-σα-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σάκος που φουσκώνει αυτόματα σε περίπτωση σύγκρουσης, για να προστατεύσει τον οδηγό και τους επιβάτες γιωταχί από βαρύ τραυματισμό: μπροστινός ~. Πλευρικοί ~οι. ~ συνοδηγού. Αισθητήρας/(απ)ενεργοποίηση ~ου. ~οι τύπου κουρτίνας. Βλ. παθητική ασφάλεια, προεντατήρας. 2. (σπάν.-μτφ.) οτιδήποτε ή οποιοσδήποτε παρέχει προστασία: Ανέλαβε να παίξει τον ρόλο του "~ου". [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. airbag, 1970, ιταλ. ~, 1989, γαλλ. ~, 1992]

αεροφόρος

αεροφόρος, ος/α, ο [ἀεροφόρος] α-ε-ρο-φό-ρος επίθ. (επιστ.) 1. που είναι γεμάτος αέρα: ~ος: ιστός. ~ος: κοιλότητα/κύστη. ~ο: κέλυφος/οστό. 2. μέσα από τον οποίο μεταφέρεται αέρας: ~ος: αγωγός. Βλ. -φόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροφόροι σάκοι: ΟΡΝΙΘ. θύλακας του αναπνευστικού συστήματος των πτηνών., αεροφόρος οδός: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το σύνολο των οργάνων που μεταφέρουν τον αέρα της αναπνοής: άνω και κάτω ~ ~. Απόφραξη/στένωση ~ων ~ών. Βλ. αεραγωγός. [< γαλλ. conduit aérifère] [< μτγν. ἀεροφόρος, γαλλ. aérifère, αγγλ. aeriferous]

αμνιακός

αμνιακός, ή, ό [ἀμνιακός] α-μνι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο άμνιο: ~ά: κύτταρα. ΣΥΝ. ενάμνιος ● ΣΥΜΠΛ.: αμνιακό υγρό: που βρίσκεται στον αμνιακό σάκο., αμνιακός σάκος: κυστικός σχηματισμός που αποτελείται από το άμνιο και το χόριο και περιέχει το αμνιακό υγρό, στο οποίο αιωρείται το έμβρυο. [< γαλλ. amniotique, αγγλ. amniotic]

απίδι

απίδι[ἀπίδι] α-πί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): αχλάδι. Βλ. -ίδι. ● ΦΡ.: πόσα απίδια πιάνει/χωράει/βάζει/βάνει/έχει ο σάκος (προφ.): πώς έχουν τα πράγματα στην πράξη, τι συμβαίνει στ' αλήθεια: (κυρ. απειλητ.) Θα του δείξω εγώ ~ ~!|| Ας εφαρμόσει όσα λέει, για να δούμε ~ ~! [< μεσν. απίδι(ον)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.