σέ-βο-μαι ρ. (μτβ.) {σεβά-στηκα, σεβα-στεί, σεβ-όμενος} 1. νιώθω ή κυρ. δείχνω σεβασμό για κάποιον: ~εται τους ανθρώπους/τους γονείς του. Απαιτεί/θέλει να τον ~ονται. ~στείτε ο ένας τον άλλον.|| (ειδικότ., δεν θίγω, προσβάλλω:) (Δεν) ~ονται τον αναγνώστη/τον καταναλωτή/το κοινό. Καλλιτέχνης που ~εται τον εαυτό του (: έχει αυτοσεβασμό, είναι πιστός στην τέχνη του). Πβ. τιμώ. ΑΝΤ. ασεβώ, ατιμάζω 2. αναγνωρίζω το κύρος, την αξία που έχει κάτι· το τηρώ: ~ την απόφασή/τη δουλειά/την προσπάθειά σου (πβ. εκτιμώ, υπολήπτομαι). ~ τις ιδέες και τα πιστεύω/την προσωπικότητα κάθε ανθρώπου. ~ τη ζωή/το περιβάλλον/τη φύση. ~εται τις διαφορετικές απόψεις/παραδόσεις. ~ονται την ανάγκη μας για ... Δεν ~ονται τον πόνο του άλλου. ~ το γεγονός ότι .../(προφ.) ότι ... (προστ.) Σεβάσου το δικαίωμα των άλλων να ... Εφημερίδα που ~στηκε την αλήθεια. Δεν ~στηκε τη μνήμη του νεκρού. (για κράτος:) Πρέπει να ~στεί την εδαφική ακεραιότητα της ...|| ~ τους κανόνες/τους νόμους/τα όρια ταχύτητας. Oι συμμετέχοντες οφείλουν να ~στούν τους όρους του διαγωνισμού. Θα ~στεί την εκεχειρία/τη συμφωνία. ~στείτε την κοινή ησυχία. ΑΝΤ. καταστρατηγώ, παραβιάζω. [< αρχ. σέβομαι, γαλλ. respecter, αγγλ. respect]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.