Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- σήμερα σή-με-ρα επίρρ. 1. την παρούσα ημέρα, σε αντιδιαστολή με το αύριο και το χθες: Γεννήθηκε σαν ~, είκοσι χρόνια πριν. ~ γιορτάζουν οι Γιάννηδες. Κάνει ζέστη ~. Αρκετά/φτάνει για ~, δεν δουλεύω άλλο. Τα λέμε ~ το απόγευμα. Τι θα φάμε ~; Η προσφορά ισχύει μόνο για ~. Από ~ στις αίθουσες η νέα ταινία ... 2. η σύγχρονη εποχή, το παρόν: από την αρχαιότητα μέχρι/ως ~. Έως/ως τα σήμερα. Τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ ~ (: στις μέρες μας).|| (ως ουσ.) Ζήσε το ~ (= το τώρα). Οι προκλήσεις του ~. ● ΦΡ.: δεν είναι η μέρα μου (σήμερα)! βλ. μέρα, μην αναβάλλεις/μην αφήνεις (ποτέ) για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα βλ. αναβάλλω, σήμερα αύριο/αύριο μεθαύριο βλ. αύριο, σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε βλ. αύριο [< μεσν. σήμερα < αρχ. σήμερον]
αναβάλλω
αναβάλλω[ἀναβάλλω] α-να-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. ανέβαλλα, αόρ. ανέβαλα | αναβάλλ-εται, -οντας, αναβλήθηκε (λόγ. ανεβλήθη, μτχ. αναβλη-θείς, -θείσα, -θέν), αναβαλλ-όμενος}: δεν κάνω κάτι στον προκαθορισμένο ή κανονισμένο χρόνο, αλλά μεταθέτω την υλοποίησή του στο μέλλον, το αφήνω για αργότερα: Εδώ και καιρό θέλω να σε επισκεφτώ, αλλά διαρκώς/όλο το ~. Το ταξίδι ~εται επ' αόριστον. Η παράσταση ~εται λόγω κακοκαιρίας. Αναβλήθηκε ο γάμος/η δίκη/το μάθημα/το ραντεβού/η πτήση.|| (λόγ.) ~θείς: αγώνας. ~θείσα: συναυλία. Πβ. αναστέλλω. Βλ. ακυρώνω, διακόπτω, ματαιώνω.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~όμενοι: φόροι. ● ΦΡ.: μην αναβάλλεις/μην αφήνεις (ποτέ) για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα (παροιμ.): για αποτροπή της αναβλητικότητας. [< γαλλ. il ne faut pas remettre à demain se qu' on peut faire le jour même] [< αρχ. ἀναβάλλω]
αύριο
αύριο[αὔριο] αύ-ρι-ο επίρρ.: (χρονικό) την επόμενη ημέρα από τη σημερινή, το επόμενο εικοσιτετράωρο: ~ το απόγευμα. Από ~ δίαιτα! Μείνε μέχρι/ως ~. Τα λέμε ~. ~ πάλι. Θα σε δω ~; Ελάτε (καλύτερα) ~. Ο καιρός ~ αναμένεται αίθριος. Οι εργασίες είναι για ~; (: θα παραδοθούν ~;) Σαν ~ γεννήθηκε ο ... Από ~ σε ~ (: για συνεχείς αναβολές). ~ ξημερώνει μια άλλη μέρα. Βλ. (αντι)μεθ~, (προ)χθές, σήμερα. ● Ουσ.: αύριο (το): το μέλλον: Το ~ είναι αβέβαιο/άγνωστο. Τη φοβίζει το ~. Ο κόσμος του ~ (= ο αυριανός, ο μελλοντικός). Κανείς δεν ξέρει τι μας επιφυλάσσει το ~. Αγωνίζομαι για ένα καλύτερο ~. Σχέσεις χωρίς ~. ● ΦΡ.: (κι/για) αύριο έχει ο Θεός: σε περιπώσεις καθησυχασμού ή αναβολής, για αύριο βλέπουμε: Ας ζήσουμε μ΄αυτά που έχουμε σήμερα και ~ ~., αύριο κλαίνε (προφ.): για επικείμενη τιμωρία ή γενικότ. δυσάρεστη συνέπεια: Άστα να πάνε! ~ ~!, ες αύριον τα σπουδαία (λόγ.-συνήθ. ειρων.): όταν αναμένεται ή αναβάλλεται κάτι για την επόμενη μέρα ή για άλλη στιγμή: Η σημερινή κρίσιμη συνάντηση αναβλήθηκε, ες αύριον λοιπόν τα σπουδαία., σήμερα αύριο/αύριο μεθαύριο: στο άμεσο ή προσεχές μέλλον: ~ ~ αναμένουμε τα αποτελέσματα/την επίσκεψη., σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε: η ζωή είναι σύντομη και απρόβλεπτη: Να απολαμβάνεις το παρόν, γιατί ~ ~., κι αύριο μέρα (του Θεού) είναι βλ. μέρα, μην αναβάλλεις/μην αφήνεις (ποτέ) για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα βλ. αναβάλλω [< αρχ. αὔριον]
μέρα
μέραμέ-ρα ουσ. (θηλ.) {μερών} (προφ.) : ημέρα. ● Υποκ.: μερούλες (οι) {σπάν. στον εν. μερούλα} (προφ.): για να δηλωθεί σύντομο χρονικό διάστημα, μικρή διάρκεια: Κάνε αίτηση και σε δυο/λίγες ~ (το πολύ) θα το 'χεις στα χέρια. ● ΣΥΜΠΛ.: άγιες μέρες & Άγιες ημέρες: για σημαντικές γιορτές, συνήθ. η περίοδος των Χριστουγέννων και του Πάσχα: Έρχονται ~ ~. Πού θα περάσετε τις ~ ~;, επόμενη μέρα: η μέρα ή κυρ. η περίοδος που ακολουθεί ένα σημαντικό ή καταστροφικό γεγονός ως προς τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία ή την ανθρωπότητα: η ~ ~ των εκλογών/μετά τον σεισμό., αλκυονίδες (μέρες) βλ. αλκυονίδες, αποφράδα μέρα βλ. αποφράδα, άσπρη μέρα βλ. άσπρος, γιορτάρες μέρες βλ. γιορτάρης, η (η)μέρα της μαρμότας βλ. μαρμότα, χάπι της επόμενης μέρας βλ. χάπι, χρονιάρες μέρες βλ. χρονιάρης ● ΦΡ.: από μέρα σε μέρα: μέσα στις επόμενες μέρες, σύντομα: Θα έρθει/τον περιμένω ~ ~., από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη & (σπάν.) από τη μια ώρα στην άλλη: σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ξαφνικά: Μπορεί να καταφτάσει ~ ~ (πβ. όπου να 'ναι). Το κακό μπορεί να συμβεί ~ ~. [< γαλλ. d'un moment/jour à l'autre] , βρήκες τη μέρα/μέρα που βρήκες να ...! (προφ.): για ακατάλληλη μέρα: ~ ~ να λείπεις ...!, βρίσκω/πετυχαίνω κάποιον σε καλή/κακή μέρα ή είμαι σε καλή/κακή μέρα: για καλή/κακή διάθεση ή απόδοση κάποιου (μια συγκεκριμένη μέρα): Με βρήκες/με πέτυχες σε κακή μέρα (= δεν είναι η μέρα μου σήμερα)., για μια μέρα: (για ισχύ, φήμη) όσο διαρκεί μια μέρα: δωρεάν μετακίνηση/ήρωας ~ ~., δεν είναι η μέρα μου (σήμερα)!: δεν είμαι σε καλή ψυχική διάθεση ή αντιμετωπίζω αναποδιές (σήμερα): Πβ. δε(ν) με θέλει.|| (με κατάφαση) Είναι η μέρα μου (σήμερα) (= μου πάνε όλα καλά, έχω επιτυχίες)!, είμαι στις μέρες μου: είμαι ετοιμόγεννη., έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα δική μου: έχω τη συγκεκριμένη μέρα ελεύθερη (μη εργάσιμη), ώστε να τη διαθέσω όπως θέλω., έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα μπροστά μου: έχω πολύ χρόνο ακόμα μέχρι να βραδιάσει, επομένως μπορώ να κάνω κάτι χωρίς βιασύνη: Πρέπει να ξεκινήσουμε νωρίς, για να έχουμε ~ μας!, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται (παροιμ.): η καλή εξέλιξη φαίνεται από την αρχή., η μέρα με τη νύχτα: για να δηλωθεί η (απόλυτη) αντίθεση ή διαφορά ανάμεσα σε πρόσωπα ή καταστάσεις, απόψεις: Διαφέρουν όσο ~ ~., κάθε μέρα και καλύτερα: για σταδιακή, διαρκή βελτίωση: Αισθάνομαι/πηγαίνω ~ ~ (= καλυτερεύω, βελτιώνομαι)., κάθε χρόνο τέτοια μέρα: για κάτι που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο την ίδια μέρα: Μας θυμούνται ~ ~., κι αύριο μέρα (του Θεού) είναι: μπορούμε και αύριο να κάνουμε κάτι που δεν προλάβαμε ή δεν μπορέσαμε σήμερα: Δεν βαριέσαι! ~ ~!, μέρα με τη μέρα & μέρα με την ημέρα: καθώς περνά ο καιρός, σταθερά: Η κατάστασή του βελτιώνεται/επιδεινώνεται ~ ~., μέρα παρά μέρα: ανά δύο εικοσιτετράωρα: Ξεσκονίζει ~ ~., μέρα που είναι/που 'ναι: σε μια τόσο σημαντική μέρα: Έλα τώρα, ~ ~, μην είσαι στενοχωρημένος!, μέρα-νύχτα & νύχτα-μέρα: διαρκώς, αδιάκοπα, ακατάπαυστα: Διαβάζει/δουλεύει ~ ~. ΣΥΝ. μερόνυχτα, νυχθημερόν, μου φτιάχνει/μου χαλάει τη μέρα: με κάνει να νιώθω ωραία/να στενοχωρηθώ: Μου 'φτιαξες τη ~ με τα αστεία/με το χαμόγελό σου!, οι μέρες του είναι λίγες/μετρημένες: για πρόσωπο που πρόκειται να πεθάνει σύντομα ή κυρ. να αποπεμφθεί ή να αντικατασταθεί ή για κάτι που δεν έχει μέλλον, που θα πάψει να υφίσταται: ~ ~ στη δουλειά/στην ομάδα., πηγαίνει καλά η μέρα (μου): συμβαίνουν ευχάριστα γεγονότα εντός του εικοσιτετραώρου: Το πρωί ακούει λίγη μουσική, για να πάει ~ της., σαν να μην πέρασε μια μέρα: για κάποιον ή κάτι που παραμένει αμετάβλητο(ς), αναλλοίωτο(ς) στο πέρασμα του χρόνου: ~ ~ από την τελευταία φορά που την είχα δει., σώθηκαν οι μέρες του: πέθανε ή είναι ετοιμοθάνατος. ΣΥΝ. έσβησε το καντήλι του, τελείωσαν/τέλειωσαν οι μέρες του 1. (για πρόσ.) πέθανε. 2. (για πράγμα) δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί, είναι άχρηστο. Πβ. τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του., την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! (υβριστ.): ως κατάρα. ΣΥΝ. τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο!, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου: ξοδεύω τον χρόνο μου χωρίς ικανοποιητικό αποτέλεσμα: Έφαγα/έχασα τη μέρα μου, προσπαθώντας να βρω τα κλειδιά μου/για να τακτοποιήσω το σπίτι. Άδικα πήγε η μέρα μου!, δεν είναι κάθε μέρα τ' Άι-Γιαννιού/Πασχαλιά/Κυριακή/γιορτή βλ. Πασχαλιά2, έγινε η νύχτα μέρα/έκαναν τη(ν) νύχτα μέρα βλ. νύχτα, έκανε/έχει κάνει τη νύχτα μέρα βλ. νύχτα, μέρα μεσημέρι βλ. μεσημέρι, μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες βλ. μετρώ, μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες βλ. μετρώ, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, οι καιροί είναι πονηροί/οι μέρες είναι πονηρές βλ. πονηρός, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, τι μέρα (μου) ξημερώνει! βλ. ξημερώνω [< μεσν. μέρα]