Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σήτα σή-τα ουσ. (θηλ.) & σίτα 1. λεπτό πλέγμα από σύρμα ή νάιλον που μοιάζει με δίχτυ και μπαίνει σε πόρτες και παράθυρα, για να προστατεύει από τα έντομα, κυρ. τα κουνούπια: ανοιγόμενη/επάλληλη/σταθερή ~. ~ πτυσσόμενη. ~ες αλουμινίου. ~ες κάθετης/οριζόντιας κίνησης. Πβ. κουνουπιέρα. 2. κρησάρα. [< 2: μεσν. σήτα]