Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • σαλέπι σα-λέ-πι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος ορχιδέας και κυρ. το παχύρρευστο αφέψημα που παρασκευάζεται από τις ρίζες της: αρωματικό/καυτό ~. Βλ. παγωτό καϊμάκι. [< τουρκ. salep]
  • σαλεπιτζής σα-λε-πι-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άτομο που φτιάχνει και πουλά σαλέπι, συνήθ. στους δρόμους. [< τουρκ. salepçi]

παγωτό

παγωτόπα-γω-τό ουσ. (ουδ.): παγωμένο γλύκισμα κυρ. από γάλα, γλυκαντικές και αρωματικές ύλες και χημικά πρόσθετα: ~ ανάμεικτο/βανίλια/κρέμα/μπανάνα/παρφέ/σοκολάτα/φράουλα. ~ σάντουιτς (: με μπισκότα). ~ κασάτο/χύμα. ~ κύπελλο/ξυλάκι/πύραυλος/χωνάκι. Οικογενειακό/παραδοσιακό/τυποποιημένο ~. Μαλακό ~ (μηχανής). Μπάλες/παρασκευή ~ού. Βάφλα/κρέπα με ~. Τούρτα ~.|| ~ γρανίτα/σορμπέ (: χωρίς γάλα). ● Υποκ.: παγωτάκι (το), παγωτίνι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: παγωτό καϊμάκι βλ. καϊμάκι ● ΦΡ.: μένω κάγκελο βλ. κάγκελο [< ιταλ. gelato, αγγλ. ice-cream]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.