Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σαλιάρης , α, ικο σα-λιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): που του τρέχουν τα σάλια: ~ικο: μωρό.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ηδες και γλοιώδεις τύποι. Πβ. λιγούρης. Βλ. -ιάρης. [< μεσν. σαλιάρης]