Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σαλιγκάρι σα-λι-γκά-ρι ουσ. (ουδ.) {σαλιγκαρ-ιού | -ιών}: ΖΩΟΛ. μαλάκιο που ανήκει στα γαστερόποδα, είναι φυτοφάγο, ερμαφρόδιτο και φέρει σπειροειδές κέλυφος: θαλάσσιο ~. Εδώδιμα ~ια. Εκτροφή ~ιών. Μαζεύει ~ια.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ια γιαχνί/στιφάδο/τηγανητά.|| (μτφ., οτιδήποτε έχει το σχήμα του) Διακοσμητικό ~. ΣΥΝ. κοχλίας (3), σάλιαγκας, χοχλιός ● Υποκ.: σαλιγκαράκι (το) ● Μεγεθ.: σαλίγκαρος (ο) ● ΦΡ.: σαν σαλιγκάρι: πολύ αργά: Πηγαίνει/προχωρά ~ ~ (= σαν χελώνα). [< γαλλ. comme un escargot] [< μεσν. *σάλιγκ(ας) + -άρι < μεσν. σάλιακας]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.