Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 29 εγγραφές  [0-20]


  • ΣΑΝ (η): Σχολή Αξιωματικών Νοσηλευτικής.
  • σαν1 επίρρ. & (προφ.) σα 1. για δήλωση αληθινής, πραγματικής ιδιότητας: Εργάζεται ~ (= ως) καθηγητής σε σχολείο. Ήρθα ~ φίλος. Δουλεύουμε ~ ομάδα. Αναφέρω/προσθέτω (κάτι) ~ επίλογο.|| Εγώ ~ (= αφού, επειδή είμαι) υπεύθυνος πρέπει να ... 2. δηλώνει παρομοίωση ή ψεύτικη, πλασματική ιδιότητα ή κατάσταση: Φωνάζει ~ τρελός. Δουλεύω ~ σκλάβος/σκυλί. Τρώει ~ βόδι/γουρούνι/λύκος. Μου φέρθηκε ~ αδελφός. Γυρίζει από εδώ κι από εκεί ~ τον ζητιάνο. Κάρτα που λειτουργεί ~ (: αντί για) κλειδί. (ειδικότ.) Φέρομαι ~ άνθρωπος (= όπως ταιριάζει σε άνθρωπο).|| ~ σήμερα, πριν από δύο χρόνια (= την ίδια ημερομηνία). Θυμάμαι ~ χθες τα λόγια σου, κι ας έχουν περάσει πέντε χρόνια (= τα θυμάμαι πολύ καλά).|| (+ γεν.) Μάτια ~ της κουκουβάγιας. 3. για να εκφραστεί πιθανότητα ή βεβαιότητα: Έμοιαζε λίγο εκνευρισμένος, ~ κάτι να τον απασχολούσε (: μάλλον, αν δεν γελιέμαι, νομίζω).|| ~ πολύ αέρα πήρατε. 4. (εμφατ.) άραγε, τάχα: ~ τι μπορούμε να κάνουμε; ~ πόσα χρόνια να 'χουν περάσει; ● ΦΡ.: γυρίζει σαν την άδικη κατάρα βλ. κατάρα, δεν φτάνει/σαν να μην έφτανε βλ. φτάνω, σαν (τη) βρεγμένη γάτα βλ. γάτα, σαν (την) καλαμιά στον κάμπο βλ. καλαμιά, σαν αγάς βλ. αγάς, σαν αγγούρι βλ. αγγούρι, σαν αγιοκέρι (έγινε) βλ. αγιοκέρι, σαν αγρίμι/θηρίο/λιοντάρι στο κλουβί βλ. αγρίμι, σαν αμαρτία βλ. αμαρτία, σαν άνεμος/σαν τον άνεμο βλ. άνεμος, σαν άνθρωπος βλ. άνθρωπος, σαν βασιλιάς βλ. βασιλιάς, σαν βυζαντινή αγιογραφία βλ. αγιογραφία, σαν δαρμένο σκυλί βλ. σκυλί, σαν ένας άνθρωπος βλ. άνθρωπος, σαν μικρό/μωρό παιδί βλ. παιδί, σαν να λέμε βλ. λέω, σαν πρόβατο στη σφαγή βλ. πρόβατο, σαν στο σπίτι (μου/σου/του …) βλ. σπίτι, σαν τα κοκόρια βλ. κοκόρι, σαν τα κρύα (τα) νερά βλ. νερό, σαν τα μάραθα! βλ. μάραθο, σαν τα ποντίκια βλ. ποντίκι, σαν τα χιόνια! βλ. χιόνι, σαν ταύρος σε υαλοπωλείο βλ. ταύρος, σαν τη μύγα μες στο γάλα βλ. γάλα, σαν την άμμο της θάλασσας βλ. άμμος, σαν την οσία (Μαρία) βλ. όσιος, σαν της τρελής τα μαλλιά βλ. μαλλί, σαν τις μύγες βλ. μύγα, σαν το παλιό καλό κρασί βλ. κρασί, σαν τον Άγιο/Όσιο Ονούφριο βλ. Ονούφριος, σαν τον κάβουρα βλ. κάβουρας, σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης βλ. κλέφτης, σαν τον κούκο βλ. κούκος, σαν τον σκύλο με τη γάτα βλ. σκύλος, σαν τους στραβούς στον Άδη βλ. Άδης, σαν τους Χιώτες βλ. Χιώτης, Χιώτισσα, σαν ψέμα/ψέματα βλ. ψέμα, σαν/όπως (και) πρώτα βλ. πρώτα, σαν/ως χάρτινος πύργος βλ. πύργος [< μεσν. σαν < μτγν. ὡσάν < αρχ. φρ. ὡς ἄν]
  • σαν2 σύνδ. & σα (προφ.) 1. (κυρ. + να) λες και ή σπανιότ. αν: Νιώθω ~ να είμαι (= όπως αν ήμουν) παιδί. Είχαν κάποια συστολή ~ να ντρέπονταν.|| ~ θέλει ο Θεός, όλα γίνονται. 2. όταν, μόλις· κάθε φορά που: ~ έφυγε από τον τόπο της ... ~ ήρθε ο καιρός/η ώρα … Πβ. άμα.|| ~ ξυπνάω το πρωί … Πβ. οσάκις. 3. επειδή, εφόσον, μια και: ~ παιδί που είναι (= αφού είναι παιδί), θα κάνει αταξίες. ● ΦΡ.: σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) βλ. νύφη, σαν να έχει καταπιεί μπαστούνι βλ. μπαστούνι, σαν να μη/λες και δεν συμβαίνει τίποτα βλ. συμβαίνει, σαν να μην πέρασε μια μέρα βλ. μέρα [< μεσν. σαν < μτγν. ὡσάν < αρχ. φρ. ὡς ἄν 'έτσι που, για να']
  • σανατόριο σα-να-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): θεραπευτήριο για την περίθαλψη ασθενών με φυματίωση ή άλλες πνευμονικές παθήσεις. ΣΥΝ. φθισιατρείο [< αγγλ. sanatorium]
  • σανγκουίνι βλ. σαγκουίνι
  • σανγκρία σαν-γκρί-α ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σαγκρία: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δροσιστικό ποτό από κόκκινο κρασί με κομμάτια φρούτων, ζάχαρη και μπαχαρικά: αυθεντική ισπανική ~. Παέγια και ~. [< ισπ. sangria, γαλλ. ~, 1966]
  • σανδάλι σαν-δά-λι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & σαντάλι: πέδιλο με λεπτή ίσια σόλα, που συγκρατείται στο πόδι με λουράκια: ανατομικά/δερμάτινα ~ια. Βλ. σαγιονάρα. [< αρχ. σανδάλιον, γαλλ. sandale, αγγλ. sandal]
  • σάνδαλο βλ. σάνταλο
  • σανδαλόξυλο βλ. σανταλόξυλο
  • σανδαράχη σαν-δα-ρά-χη ουσ. (θηλ.) & σανδαράκη 1. ΟΡΥΚΤ. θειούχο ορυκτό του αρσενικού: κίτρινη/κόκκινη ~. 2. ΧΗΜ. ρητίνη που χρησιμοποιείται συνήθ. στη βιομηχανία χρωμάτων και σε επιστρώσεις. [< αρχ. σανδαράκη, γαλλ. sandaraque, αγγλ. sandarac]
  • σανίδα σα-νί-δα ουσ. (θηλ.) 1. λεπτό, επίπεδο και μακρόστενο ξύλο: δρύινες ~ες. ~ες οικοδομής (βλ. γυψο~, τσιμεντο~)/οροφής/πατώματος. ~ες καλουπώματος/κοψίματος (π.χ. λαχανικών). Πβ. μαδέρι, τάβλα. ΣΥΝ. σανίδι. Βλ. ινο~, μοριο~.|| (μτφ.) ~ ισορροπίας (βλ. δοκός)/καταδύσεων (= βατήρας)/κολύμβησης/σιδερώματος (= σιδερώστρα). ~ του σερφ (= ιστιο~)/σκέιτμπορντ/σνόουμπορντ (= χιονο~). 2. (μτφ.-προφ., ως χαρακτηρισμός) που δεν έχει καμπύλες, επίπεδος: κοιλιά ~. ● Υποκ.: σανιδούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: βρεγμένη σανίδα & (λαϊκό) βρεμένη σανίδα: ξυλοφόρτωμα, βαριά χτυπήματα: Α, ρε ~ ~ που θέλει/του χρειάζεται.|| (απειλητ.) Θα πάρω μια ~ ~ και θα σε περιλάβω (: θα σε δείρω)., σανίδα σωτηρίας βλ. σωτηρία [< μεσν. σανίδα < αρχ. σανίς, αγγλ. board]
  • σανιδένιος , ια, ιο σα-νι-δέ-νιος επίθ.: που είναι φτιαγμένος από σανίδια: ~ιος: πάγκος. ~ιο: πάτωμα. ~ια: ράφια. Βλ. -ένιος, σανιδωτός. [< μεσν. σανιδένιος]
  • σανίδι σα-νί-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. {κυρ. στον πληθ.} σανίδα: σάπια ~ια. Τα ~ια του κρεβατιού/πατώματος. Πβ. τάβλα. 2. {χωρ. πληθ.} (συνεκδ.) το θέατρο, κυρ. η σκηνή του: (για ηθοποιό) Ανέβηκε/βγήκε/επιστρέφει στο ~. Μυθιστόρημα που μεταφέρθηκε στο ~. Βλ. πάλκο, πανί, σελιλόιντ. ● Υποκ.: σανιδάκι (το): στη σημ. 1. [< μεσν. σανίδι(ν), σανιδάκι]
  • σανίδωμα σα-νί-δω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΟΙΚΟΔ. επικάλυψη επιφάνειας με σανίδια και συνεκδ. τα ίδια τα σανίδια ή το πάτωμα που έχει φτιαχτεί από αυτά: ~ στέγης.|| Ξύλινο ~ (πβ. παρκέ). Δοκάρια πάνω στα οποία τοποθετείται ~. Πβ. πέτσωμα. 2. (αργκό) απότομο πάτημα του γκαζιού αυτοκινήτου μέχρι το τέρμα για γρήγορη επιτάχυνση. [< 1: μτγν. σανίδωμα]
  • σανιδώνω σα-νι-δώ-νω ρ. (μτβ.) {σανίδω-σα, (σπάν.) σανιδώ-θηκε, -μένος, σανιδών-οντας} 1. (αργκό) πατώ στο τέρμα το γκάζι αυτοκινήτου, για να αυξήσω την ταχύτητα: Σανίδωσέ το (= τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια)! 2. ΟΙΚΟΔ. (σπάν.) στρώνω επιφάνεια με σανίδες. [< 1: μτγν. σανιδῶ]
  • σανιδωτός , ή, ό σα-νι-δω-τός επίθ.: που έχει επικαλυφθεί με σανίδες: ~ή: οροφή. ~ό: δάπεδο. Βλ. σανιδένιος. [< μτγν. σανιδωτός]
  • σανός σα-νός ουσ. (αρσ.) & σανό (το): χόρτο που έχει αποξηρανθεί και χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή: ~ βρόμης/τριφυλλιού. Ένα δεμάτι ~ό. Πβ. ξηρό χόρτο. Βλ. χορτονομή. ● ΦΡ.: δεν τρώω άχυρα/σανό βλ. άχυρο [< σλαβ. seno]
  • σανσκριτικός , ή, ό σαν-σκρι-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την αρχαία ινδική γλώσσα: ~ή: ρίζα.|| (ως ουσ.) Τα ~ά/η ~ή (: η αντίστοιχη γλώσσα). [< γαλλ. sanskrit]
  • σάνταλο σά-ντα-λο ουσ. (ουδ.) & σάνδαλο: ΒΟΤ. γένος δέντρων των τροπικών περιοχών (επιστ. ονομασ. Santalum) που αναπτύσσονται παρασιτικά πάνω στις ρίζες άλλων φυτών· κυρ. το αιθέριο έλαιο που εξάγεται με απόσταξη του ξύλου τους. [< μτγν. σάνταλον, γαλλ. santal, αγγλ. sandal]
  • σανταλόξυλο σα-ντα-λό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) & σανδαλόξυλο: το αρωματικό ξύλο του σαντάλου: αιθέριο έλαιο από ~. Βλ. κυπαρισσόξυλο.

αγάς

αγάς [ἀγάς] α-γάς ουσ. (αρσ.) {αγάδες}: ΙΣΤ. τίτλος αξιωματούχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: το τσιφλίκι του αγά. Βλ. μπέης, πασάς. ● ΦΡ.: σαν αγάς 1. με άνεση, πολυτέλεια: Ζει/κάθεται/περνά ~ ~. 2. αυταρχικά, δεσποτικά: (Συμπερι)φέρεται ~ ~., σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω βλ. αγιάζω [< μεσν. αγάς]

αγγούρι

αγγούρι [ἀγγούρι] αγ-γού-ρι ουσ. (ουδ.) {αγγουρ-ιού} 1. μακρύ συνήθ., κυλινδρικό και σαρκώδες λαχανικό με πράσινο φλοιό που τρώγεται ωμό (κυρ. σε σαλάτα) ή γίνεται τουρσί: δροσιστικό ~. Εκχύλισμα/φέτες/φλούδα ~ιού. Τρυφερά ~ια. ~ια θερμοκηπίου. Βλ. ξυλ-, πικρ-άγγουρο. 2. (αργκό) για κάθε δύσκολη κατάσταση: Εδώ είναι το ~. Η δουλειά/ζωή είναι ~. Πολύ ~ αυτή η υπόθεση. Από δω και πέρα θα δεις τ' ~ια! Τα βρήκε ~ια (= σκούρα, συνάντησε μεγάλες δυσκολίες). ΣΥΝ. ζόρι (2), μανίκι (2), πακέτο (4), παλούκι (2) 3. {μόνο πληθ.} (αργκό) επιφώνημα απαξίωσης γι' αυτά που ισχυρίζεται, υποστηρίζει ο συνομιλητής. 4. (ευφημ.-αργκό) πέος. ● Υποκ.: αγγουράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αγγούρι της θάλασσας: ΖΩΟΛ. ολοθούριο. [< αγγλ. sea cucumber] ● ΦΡ.: σαν αγγούρι (μτφ.-προφ.): αδέξια, άκομψα· σπανιότ. ακοινώνητα: ψυχρός ~ ~. Περπατάει/στέκεται/χορεύει ~ ~., ξεβράκωτος στ' αγγούρια βλ. ξεβράκωτος [< μεσν. αγγούριν]

αγιογραφία

αγιογραφία [ἁγιογραφία] α-γι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. η τέχνη της απεικόνισης προσώπων ή σκηνών της χριστιανικής παράδοσης και (συνεκδ. κυρ. στον πληθ.) η ίδια η παράσταση: (μετα)βυζαντινή ~. ~ της Παναγίας. Έκθεση/εργαστήριο ~ας.|| Ψηφιδωτές ~ες. ~ες προφητών/στρατιωτικών αγίων. Ο διάκοσμος της εκκλησίας αποτελείται από εξαιρετικές ~ες. Πβ. εικονογραφία. Βλ. -γραφία. 2. (μτφ.) υπερβολικά επαινετική βιογραφία, εγκώμιο: ~ ηγέτη/ήρωα. Κάνω την ~ κάποιου. Βλ. αγιοποίηση. ● ΦΡ.: σαν βυζαντινή αγιογραφία (προφ.): πολύ χλομός και αδύνατος. [< 2: γαλλ. hagiographie, αγγλ. hagiography]

αγιοκέρι

αγιοκέρι [ἁγιοκέρι] α-γιο-κέ-ρι ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): κερί ή λαμπάδα από καθαρό κερί μέλισσας: αγιορείτικο ~. Μυρίζει λιβάνι και ~. Ανάβουν τα ~ια.|| (μτφ.) Το ~ της μνήμης/της πίστης. ● ΦΡ.: σαν αγιοκέρι (έγινε): λιπόσαρκος, πολύ αδύνατος, σβήνει/λιώνει σαν αγιοκέρι: αργοπεθαίνει. [< μεσν. αγιοκέρι]

αγρίμι

αγρίμι [ἀγρίμι] α-γρί-μι ουσ. (ουδ.) {αγριμ-ιού | -ιών} 1. ΖΩΟΛ. άγριο ζώο και ειδικότ. το αγριοκάτσικο της Κρήτης, κρι-κρι: κυνηγημένο/λαβωμένο/πεινασμένο ~. Σπηλιά ~ιού. ~ια του βουνού/του δάσους/του λόγγου. Βρυχηθμοί/κραυγές ~ιών. Πβ. θηρίο. || Σαν πληγωμένο ~. 2. (μτφ.) άνθρωπος ακοινώνητος, αγροίκος, ατίθασος: Στη φυλακή έγινε ~. Σωστό ~, δεν ακούει κανέναν (: πολύ ζωηρός, για παιδιά). Έχει το βλέμμα ~ιού. ● Υποκ.: αγριμάκι (το) ● ΦΡ.: σαν αγρίμι/θηρίο/λιοντάρι στο κλουβί: για κάποιον που δυσανασχετεί έντονα, που φαίνεται εξαγριωμένος, επειδή αναγκάζεται να μένει περιορισμένος σε έναν χώρο ή αδρανής: Αισθάνεται/κάνει/νιώθει/συμπεριφέρεται ~ ~. [< μεσν. αγρίμιν]

Άδης

Άδης [Ἅδης] Ά-δης ουσ. (αρσ.) {-η (λόγ.) -ου} 1. ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. ο θεός του κάτω κόσμου που εξουσιάζει τους νεκρούς· συχνότ. συνεκδ. ο κάτω κόσμος: το βασίλειο/η λατρεία του Άδη. Η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Άδη (= τον Πλούτωνα).|| Ο μαύρος ~. Τα έγκατα/οι κριτές του Άδη.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο Παράδεισος και ο ~ (= η κόλαση). 2. (μτφ.-λογοτ.) χαρακτηρισμός για κάθε βαθύ και σκοτεινό τόπο και ειδικότ. το βαθύ σκοτάδι. Πβ. έρεβος. ● ΣΥΜΠΛ.: οι πύλες της κολάσεως/του Άδη βλ. πύλη ● ΦΡ.: η εις Άδου κάθοδος: ΕΚΚΛΗΣ. ο χαρακτηριστικότερος τύπος παράστασης της Ανάστασης στην ορθόδοξη εικονογραφία, κατά τον οποίο ο Χριστός ανασύρει τους Πρωτόπλαστους από τον Άδη., πήγα (στον Άδη) και γύρισα (οικ.): πέρασα μεγάλο κίνδυνο, έφτασα στα πρόθυρα του θανάτου: Η εγχείρηση ήταν πολύ σοβαρή, ~ ~., σαν τους στραβούς στον Άδη (προφ.): για πρόσωπα που ακολουθούν άκριτα και μοιρολατρικά μια επικίνδυνη πορεία: Πηγαίναμε/προχωρούσαμε ~ ~ (= εντελώς στα τυφλά). [< αρχ. Ἅδης]

αμαρτία

αμαρτία [ἁμαρτία] α-μαρ-τί-α ουσ. (θηλ.) {αμαρτι-ών} 1. παράβαση θείου, θρησκευτικού ή ηθικού νόμου: ασυγχώρητη/βαριά/γλυκιά/θανάσιμη/μεγάλη/μικρή ~. Διαπράττω/κάνω ~. Πέφτω σε ~. Έδωσε/πήρε άφεση ~ών. Του συγχωρέθηκαν οι/εξομολογήθηκε τις/είπε τις ~ες του. Πλήρωσαν (για) τις ~ες τους (: τιμωρήθηκαν, υπέστησαν τις συνέπειες). ΣΥΝ. αμάρτημα (1), ανόμημα, κρίμα (2) 2. ακολασία, ανηθικότητα, διαφθορά: ο δρόμος (ΑΝΤ. ο δρόμος του Θεού/Χριστού)/το σπίτι της ~ας. Βουτηγμένοι/ζει μέσα στην ~. Κάνει αγώνα να ξεφύγει από την ~. Πβ. ασωτία. 3. αξιοκατάκριτη ενέργεια, σοβαρό λάθος: Η μοναδική μου ~ είναι ότι την/τον ανέχτηκα! Πβ. παράπτωμα, σφάλμα. ● ΣΥΜΠΛ.: παλιά αμαρτία: ερωτική σχέση που ανήκει στο παρελθόν., άφεση αμαρτιών βλ. άφεση ● ΦΡ.: (για) να/θα (σου/σας) πω/εξομολογηθώ την αμαρτία μου: (όταν κάποιος πρόκειται να παραδεχτεί κάτι), για να είμαι ειλικρινής: Για να/να σου πω ~, δεν το περίμενα/το μετάνιωσα., αίρει τις αμαρτίες (μτφ.-αρχαιοπρ.) (ΚΔ): αναλαμβάνει, σηκώνει το ηθικό βάρος αμαρτήματος., αμαρτία από τον Θεό: για κάτι που δεν είναι σωστό: Mην το λες αυτό, είναι ~ ~., αμαρτίαι/αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα: τα λάθη των γονέων ή προγόνων ταλαιπωρούν τα παιδιά ή τους απογόνους τους., ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει: από την τήρηση της νηστείας εξαιρούνται άρρωστοι και ταξιδιώτες· (κατ' επέκτ.-σπάν.) για περιπτώσεις κατά τις οποίες εξαιρούνται από τον νόμο συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών., είναι αμαρτία να ...: είναι κρίμα, δεν πρέπει να: ~ ~ μην του πεις την αλήθεια. Θα ήταν ~ χάσει τέτοια ευκαιρία. Αμαρτία δεν είναι να πάει τόσο φαγητό χαμένο;, παίρνω πάνω μου την αμαρτία: αναλαμβάνω την ευθύνη αμαρτημάτων, παραπτωμάτων άλλων: Ο Χριστός πήρε πάνω Του ~ του κόσμου., πληρώνω αμαρτίες (μτφ.): ταλαιπωρούμαι από δικά μου λάθη ή των άλλων: ~ ξένες ~. (ως έκφρ. αγανάκτησης, παράπονου:) (Θεέ μου) τι αμαρτίες πληρώνω; Έχουμε ακόμα πολλές ~ να πληρώσουμε (: μας περιμένουν και άλλα βάσανα, και άλλες ταλαιπωρίες)., σαν αμαρτία: για κάποιον ή κάτι που βάζει σε πειρασμό, που είναι ιδιαίτερα ελκυστικό(ς): όμορφος ~ ~. Αποφεύγει τα γλυκά ~ ~., σιχαίνομαι/απεχθάνομαι/βαριέμαι κάποιον/κάτι σαν τις αμαρτίες μου: αποστρέφομαι, μισώ., προφάσεις εν αμαρτίαις βλ. πρόφαση [< 1,3: αρχ. ἁμαρτία]

άμμος

άμμος [ἄμμος] άμ-μος ουσ. (θηλ.) 1. πάρα πολύ μικροί, ασύνδετοι και ευδιάκριτοι κόκκοι, προερχόμενοι από θραύσματα ορυκτών ή πετρωμάτων, που βρίσκονται στις ακρογιαλιές, τον βυθό της θάλασσας και των λιμνών, την κοίτη και τις εκβολές των ποταμών και σε ερήμους: βρεγμένη/ζεστή/καυτή/λεπτή/λεπτόκοκκη/μαύρη/χοντρή/χρυσή/ψιλή ~. ~ στα μαλλιά/παπούτσια. Παχύ στρώμα ~ου. Παραλία με άσπρη/λευκή ~ο. Τα πόδια μου βουλιάζουν στην ~ο. Ο αέρας έφερνε την ~ο στα πρόσωπά μας.|| Θραυστή (: λατομείου)/φυσική ~ (: θαλάσσης, ορυκτή, ποταμίσια, ως οικοδομικό υλικό). Βλ. αμμοχάλικο, παιπάλη.|| ~ της γάτας (: για τα περιττώματά της). 2. αμμώδες έδαφος και ιδ. αμμουδιά: παιχνίδια στην ~ο. Διανυκτερεύω/κάνω ηλιοθεραπεία/κοιμάμαι/κυλιέμαι/ξαπλώνω/παίζω/περπατώ στην ~ο. Τα παιδιά φτιάχνουν κάστρα/πύργους στην ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: κινούμενη άμμος: ψιλή άμμος που αποτελείται από άργιλο και μεγάλη ποσότητα νερού, με αποτέλεσμα να βυθίζεται όποιος ή ό,τι πατά σε αυτή. Βλ. βάλτος, έλος.|| (μτφ. για κάτι που παγιδεύει ή απογοητεύει:) ~ ~ το Χρηματιστήριο για τις κατασκευαστικές. [< γαλλ. sables mouvants] ● ΦΡ.: κτίζει πύργους/παλάτια στην άμμο (μτφ.): κοπιάζει άδικα., σαν την άμμο της θάλασσας (ΠΔ): πάρα πολύ μεγάλος, τεράστιος αριθμός: Οι σκέψεις μου για σένα ~ ~ (πβ. αμέτρητες, άπειρες)., χώνω/κρύβω/βάζω το κεφάλι στην άμμο: (επιτιμητικά) εθελοτυφλώ: Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, δε μπορούμε να ~ουμε ~ (: να κλείνουμε τα μάτια). (ειρων.) ~ουν ~ και το πρόβλημα εξαφανίζεται! Βλ. στρουθοκαμηλίζω., αίμα και άμμος! βλ. αίμα [< αρχ. ἄμμος]

άνεμος

άνεμος [ἄνεμος] ά-νε-μος ουσ. (αρσ.) {ανέμ-ου | άνεμοι (λαϊκότ.-λογοτ.) ανέμοι, -ων, -ους} 1. μάζα ατμοσφαιρικού αέρα η οποία κινείται συνήθ. παράλληλα προς την επιφάνεια της Γης με συγκεκριμένη κατεύθυνση: ανατολικός/βόρειος (= βοριάς)/δυτικός/νότιος (= νοτιάς) ~. Αιγαιοπελαγίτικος/απαλός/δροσερός/ευνοϊκός (= ούριος)/ζεστός/μανιασμένος/ξηρός/υγρός/ψυχρός ~. (ΜΕΤΕΩΡ.) Γεωστροφικός ~. Η βοή/δύναμη/πνοή του ~ου. Αντίθετοι/ασθενείς/δυνατοί/ήπιοι/θυελλώδεις/μέτριοι/σφοδροί ~οι. Ξέσπασε/σηκώθηκε/φύσηξε ισχυρός ~. ~ και βροχή (= ανεμοβρόχι). Ο ~ δυνάμωσε/κόπασε/λυσσομανάει/μαίνεται/μουγκρίζει/ουρλιάζει. Ο ~ παρέσυρε/πήρε/σάρωσε/σήκωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Πνέει ~ έντασης 8 μποφόρ. Ο ~ άλλαξε διεύθυνση/πορεία. Εξασθενούν σταδιακά οι ~οι. Ενίσχυση/ισχύς/μανία/σφοδρότητα των ~ων. Βλ. αέρας, αντιανέμιος, βαρδάρης, γαρμπής, γρέγος, μαΐστρος, μελτέμι, μουσώνας, λεβάντες, λίβας, όστρια, πουνέντες, σιρόκος, τραμουντάνα. 2. (+ γεν.) (μτφ.) τάση, κλίμα, δυναμική: επαναστατικός/νέος ~. Πνέει/φύσηξε ~ αισιοδοξίας/αλλαγής/ανανέωσης/εκσυγχρονισμού/ελευθερίας. Πβ. αύρα, ρεύμα. ● ΣΥΜΠΛ.: γιος του ανέμου (μτφ.): για πολύ γρήγορο δρομέα ή ιστιοπλόο., ηλιακός άνεμος: ΓΕΩΦ. ροή φορτισμένων σωματιδίων που εκπέμπονται συνεχώς από το ηλιακό στέμμα λόγω υπερθέρμανσης του ήλιου. [< αγγλ. solar wind, 1958] , αληγείς (άνεμοι) βλ. αληγής, αναβατικός άνεμος βλ. αναβατικός, θερμικός άνεμος βλ. θερμικός, καταβάτης/καταβατικός άνεμος βλ. καταβάτης, ούριος άνεμος βλ. ούριος, πλάγιος άνεμος βλ. πλάγιος, ριπή (του) ανέμου βλ. ριπή ● ΦΡ.: όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες & έσπειρες ανέμους, θα θερίσεις θύελλες (παροιμ.): η υποδαύλιση της έχθρας και της διχόνοιας οδηγεί τελικά σε πολύ χειρότερα αποτελέσματα., όπου φυσά(ει) ο άνεμος (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για άτομο που αλλάζει τις πεποιθήσεις του ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν: Είναι πάντα με την εξουσία. ~ ~, δηλαδή., περί ανέμων και υδάτων: γενικά και αόριστα: Κουβεντιάσαμε/μιλούσαμε/συζητούσαμε ~ ~., ποιος καλός άνεμος/αέρας σ' έφερε/σε φέρνει εδώ/κατά 'δω/στα μέρη μας; (προφ.): (για κάποιον που δεν τον περιμέναμε) για ποιο λόγο ήρθες εδώ;, σαν άνεμος/σαν τον άνεμο: πολύ γρήγορα: Έφυγε/όρμηξε/πέρασε ~ ~. Είναι γρήγορος/τρέχει ~ ~. Πβ. σίφουνας., σκορπώ/σκορπίζω κάτι/κάποιον στους τέσσερις/πέντε ανέμους/στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα: σε διάφορες κατευθύνσεις: Η οικογένεια χώρισε και σκορπίστηκε ~ ~., φτερό στον άνεμο (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): αυτός που παρασύρεται από τους άλλους, δεν μπορεί να ελέγξει την πορεία του, άγεται και φέρεται: Είμαι/νιώθω ~ ~ (= ευάλωτος). Είναι/κατάντησε ~ ~ των αυθαιρεσιών (πβ. έρμαιο).|| Οι πολύ κακές καιρικές συνθήκες έκαναν το αεροπλάνο να μοιάζει ~ ~., κόντρα/αντίθετα/ενάντια στο ρεύμα/στον καιρό/στον άνεμο βλ. κόντρα, με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) βλ. φύσημα [< αρχ. ἄνεμος, γαλλ. vent, αγγλ. wind]

άνθρωπος

άνθρωπος [ἄνθρωπος] άν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) {ανθρώπ-ου | -ων} & (λαϊκό) άθρωπος 1. ΒΙΟΛ. ον αρσενικού ή θηλυκού γένους, το πιο εξελιγμένο ανάμεσα στα πρωτεύοντα θηλαστικά της Γης, με κύρια γνωρίσματα την όρθια στάση, τη λογική σκέψη και τον έναρθρο λόγο· ο άνθρωπος ως κοινωνικό ον, ως δημιουργός πολιτισμού· (περιληπτ.) το ανθρώπινο γένος, η ανθρωπότητα, συχνά σε σχέση με ορισμένη χρονική περίοδο: ~ και ζώα/τεχνολογία/φύση. Η υγεία/φυσιολογία του ~ου. Για την ασφάλεια/στην υπηρεσία του ~ου. Αλληλεπίδραση ~ου-ηλεκτρονικού υπολογιστή.|| Τα δημιουργήματα/η εξελικτική πορεία/η ιστορία του ~ου.|| Ο ~ της Αναγέννησης.|| (Οι διάφοροι πρόγονοι του σύγχρονου ~ου:) οι πρώτοι ~οι (πβ. αυστραλοπίθηκος, πιθηκ~). Ο ~ των σπηλαίων. Ο επιδέξιος ~ (homo habilis). Ο όρθιος ~ (homo erectus).|| (στον πληθ. το σύνολο των ~ων:) Οι ~οι γερνούν. Βλ. ανθρωπάκι, ανθρωπάκος, ανθρωπάριο, Θε~, προ~, συν~, υπ~, υπερ~, χιον~, χόμο. 2. συγκεκριμένη ανθρώπινη ύπαρξη (συνήθ. ως προς τις ιδιαίτερες σωματικές, πνευματικές, ψυχικές ή άλλες της ιδιότητες), άτομο, πρόσωπο: αισιόδοξος/έξυπνος/κακός/καλός/λογικός/νέος/σκληρός/τίμιος/υγιής/χαρούμενος ~. Θέλω να γίνω καλύτερος ~ (: για τον χαρακτήρα κάποιου). Τι ~ είναι; Γιατί του μιλάς έτσι του ~ου; Νέο κρούσμα του ιού/της νόσου ... σε ~ο. Ερωτεύτηκε λάθος ~ο. Έχω (δικό μου) ~ο στο ... (πβ. έμπιστος). Οι απλοί, καθημερινοί ~οι. Είμαστε πολιτισμένοι ~οι. Δεν πρέπει να χαθούν άλλοι ~οι (= ανθρώπινες ζωές).|| (που διακρίνεται για το ήθος, τα ψυχικά του χαρίσματα:) Πάνω από όλα είναι ~. Αν θέλεις να λέγεσαι ~ ... Αυτός δεν είναι ~ (βλ. αγρι~, απ~, παλι~). Βλ. αχυρ~, φιλ~.|| (με αδυναμίες, πάθη:) Μην ξεχνάς ότι ~ είμαι και εγώ.|| (η προσωπική ζωή σε αντιδιαστολή προς το επάγγελμα, το έργο:) Σαν καλλιτέχνης και σαν ~.|| (επιτατ.) Πού να τρέχω τώρα γέρος ~; Δεν ντρέπεσαι παντρεμένος ~ να ξενυχτάς;|| (για πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες:) Ψάχνω ~ο να βάψει το σπίτι (= κάποιον).|| Δεν συναντήσαμε ~ο (: ψυχή ζώσα). Δεν ήρθε ~ (= κανείς) στην εκδήλωση.|| Ο Θεός έγινε ~ (πβ. ενανθρώπηση). 3. για να δηλωθεί ότι κάποιος αναπτύσσει ορισμένη δραστηριότητα, έχει μια ιδιότητα, ανήκει σε κάποιο χώρο ή συχνάζει κάπου: (+ γεν.) ~ της θάλασσας (πβ. ναυτικός)/του θεάτρου (πβ. θεατρ~)/του Θεού (πβ. θρήσκος)/του λαού/της νύχτας/της πιάτσας/του σπιτιού (πβ. σπιτόγατος)/της τέχνης. ~οι της δράσης/του περιθωρίου/του ποδοσφαίρου.|| Δεν είναι ~ που εμπιστεύεται εύκολα κάποιον. 4. πρόσωπο που ανήκει στον κύκλο κάποιου· μέλος, στέλεχος ή υπάλληλος: Είναι ~ του κόμματος/της κυβέρνησης. Πβ. όργανο. ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι & άνθρωποι του πνεύματος {σπανιότ. στον εν. άνθρωπος}: όσοι ασχολούνται με τα γράμματα, τις επιστήμες ή την τέχνη· διανοούμενοι, λόγιοι: Η εκπομπή φιλοξενεί ~ους των γραμμάτων και των τεχνών. Πβ. διανόηση, ιντελιγκέντσια, πνευματική ηγεσία. Βλ. ταγός.[< γαλλ. les gens de lettres] , άνθρωπος του Νεάντερταλ (homo neanderthalensis): ΑΝΘΡΩΠ. υποείδος του σοφού-νοήμονα ανθρώπου (homo sapiens) που έζησε μεταξύ 100.000-40.000 π.Χ., κυρ. στην Ευρώπη και την Ασία: απολιθωμένο κρανίο του ~ου του ~., ο Υιός του Ανθρώπου/του Θεού: ΘΕΟΛ. ο Χριστός., ανθρώπινος παράγοντας/παράγων βλ. παράγοντας, άνθρωπος-σάντουιτς βλ. σάντουιτς, άνθρωπος της δουλειάς βλ. δουλειά, άνθρωπος του κόσμου βλ. κόσμος, ανώτερος άνθρωπος βλ. ανώτερος, καινός άνθρωπος βλ. καινός, σκεπτόμενος άνθρωπος/σκεπτόμενο ον βλ. σκεπτόμενος, τα ανθρώπινα δικαιώματα/τα δικαιώματα του ανθρώπου βλ. δικαίωμα ● ΦΡ.: άνθρωπέ μου & άνθρωπε του θεού: (συνήθ. σε ερωτήσεις) για να εκφραστεί αγανάκτηση, απορία ή δυσάρεστη συνήθ. έκπληξη: Μα (καλά) τι λες/τι ρωτάς ~ ~; Είσαι/πας καλά ~ ~; Τι θες, ~ ~, τέτοια ώρα; Τι κάνεις εκεί, ~ ~; Μη φωνάζεις έτσι, ~ ~!, από άνθρωπο σε άνθρωπο 1. για ό,τι μεταδίδεται, μεταβιβάζεται από το ένα πρόσωπο στο άλλο. 2. σε σύγκριση: Το DNA διαφέρει ~ ~., γίνομαι άλλος άνθρωπος: αλλάζω εντελώς ως προς τη συμπεριφορά, τον χαρακτήρα ή/και την εξωτερική μου εμφάνιση, συνήθ. προς το καλύτερο: Έχασε είκοσι κιλά και έγινε ~.|| (σπανιότ. προς το χειρότερο:) Μετά το ατύχημα έγινε ~., γίνομαι άνθρωπος/κάνω κάποιον άνθρωπο (μτφ.): αποκτώ ή κάνω κάποιον να αποκτήσει συμπεριφορά κυρ. ή εξωτερική εμφάνιση, όπως ορίζεται από τις κοινωνικές συμβάσεις: Ε, δεν ~εσαι ~ με τίποτα! Κουρεύτηκες και έγινες ~!|| Μην ξεχνάς ότι εγώ σε έκανα ~ο!, ίδε/ιδού ο άνθρωπος: (ΚΔ) (να ο άνθρωπος) (εμφατ.) λέγεται απαξιωτικά για αισχρό άνθρωπο, κυρ. για τις πράξεις του., ο άνθρωπός μου 1. πρόσωπο έμπιστο, συγγενικό ή με το οποίο κάποιος έχει στενές σχέσεις· (ειδικότ.) ο(/η) ερωτικός(/ή) σύντροφος ή ο(/η) σύζυγος: Έχασαν τον ~ό τους. Θα είμαι πάντα ~ σου. 2. το άτομο που θέλει, αναζητά κάποιος: (Δεν) είμαι ~ σου. Αναμφίβολα είναι ~ μας., σαν άνθρωπος: όπως αξίζει, αρμόζει, ταιριάζει στους ανθρώπους ή τους χαρακτηρίζει: Ζει/πέθανε ~ ~ (πβ. αξιοπρεπώς).|| ~ ~ κι εγώ έχω ελαττώματα., σαν ένας άνθρωπος: ενωμένοι, όλοι μαζί: Το πλήθος ~ ~ ξεσηκώθηκε και φώναξε., τα λάθη είναι ανθρώπινα/άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε & τα λάθη είναι για τους ανθρώπους: για να δηλωθεί ότι ο άνθρωπος έχει ελαττώματα, πάθη: Να θυμάσαι πάντα ότι ~ ~., τι σου είναι ο άνθρωπος!: για να εκφραστεί έκπληξη, θαυμασμός για τα ανθρώπινα έργα ή λόγια ή για να τονιστεί η ασημαντότητα της ανθρώπινης ύπαρξης: ~ ~! Ένα τίποτα. Βλ. τι σου είναι ο κόσμος!, άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει βλ. βουλή, άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο βλ. απελέκητος, άνθρωπος της οικογένειας βλ. οικογένεια, άνθρωπος των άκρων βλ. άκρο, ενώπιον Θεού και ανθρώπων βλ. ενώπιον, καλέ μου άνθρωπε! βλ. καλός, μια σπιθαμή άνθρωπος βλ. σπιθαμή, ο άνθρωπος για τον άνθρωπο (είναι) λύκος βλ. λύκος, ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση βλ. κατάλληλος [< αρχ. ἄνθρωπος, γαλλ. homme, αγγλ. man, γερμ. Mensch]

άχυρο

άχυρο [ἄχυρο] ά-χυ-ρο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) άχερο 1. το καλάμι των σιτηρών που απομένει μετά το αλώνισμα και την αφαίρεση του καρπού: χοντρό/ψιλό ~. Ένα δεμάτι ~α. 2. (μτφ.) αχυράνθρωπος. 3. (μτφ.) για κάτι που έχει τις ιδιότητες του άχυρου (είναι άγευστο, ξηρό ή ξανθό): Είναι σκέτο ~!Δεν τρώγεται με τίποτα. Μαλλιά σαν ~. ● ΦΡ.: (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα (μτφ.): για να δηλωθεί η δυσκολία, η ματαιότητα ή η σχολαστικότητα μιας αναζήτησης. Πβ. ματαιοπονώ., δεν τρώω άχυρα/σανό (μτφ.-προφ.): δεν είμαι αφελής, δεν μπορεί να με εξαπατήσει κάποιος εύκολα. Πβ. τρώω/μασάω κουτόχορτο., έχει άχυρα στο κεφάλι/στο μυαλό του (μτφ.-προφ.): είναι ηλίθιος., δεν ξέρει να μοιράσει/να χωρίσει δυο γαϊδάρων/γαϊδουριών άχυρα βλ. γάιδαρος [< αρχ. ἄχυρον]

βασιλιάς

βασιλιάς βα-σι-λιάς ουσ. (αρσ.) {βασιλιάδες} & (επίσ.) βασιλέας, βασιλεύς {βασιλ-έως | -είς, -έων} 1. (κ. με κεφαλ. Β) (για άνδρα) ανώτατος ισόβιος άρχοντας ενός κράτους, που καταλαμβάνει την εξουσία, συνήθ. με κληρονομικό δικαίωμα: αυταρχικός/έκπτωτος/μυθικός/συνταγματικός ~. Ο πρώην/ο τέως ~. Η Αυτού Μεγαλειότης ο ~ της ... Τα ανάκτορα/η αυλή/ο θρόνος/το παλάτι/το σκήπτρο/το στέμμα/οι σύμβουλοι του ~ά. Βλ. αυτοκράτορας, ηγεμόνας, μονάρχης, συμβασιλέας, τσάρος, τύραννος.|| (ΜΥΘ.) Ο ~ των θεών και των ανθρώπων (= ο Δίας). Ο ~ του κάτω κόσμου (= ο Άδης). ΣΥΝ. άναξ 2. (μτφ.) κυρίαρχος σε έναν χώρο, έναν τομέα, ένα σύνολο: ο ~ των σπορ (: το ποδόσφαιρο). Ο ~ του ροκ εν ρολ/της φόρμουλα 1. Ο ~ των ζώων (: το λιοντάρι)/των πουλιών (: ο αετός). Πβ. άρχοντας, ηγέτης, κύριος. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Β, συνήθ. στον τ. βασιλεύς) ο Θεός: ο ~ των ουρανών/του σύμπαντος (κόσμου). Πβ. Κύριος. 4. (στο σκάκι) το πιο σημαντικό πιόνι, που μπορεί να κινήσει ο παίκτης κατά ένα τετράγωνο προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και που, αν το αιχμαλωτίσει ο αντίπαλος, κερδίζει την παρτίδα: ~, βασίλισσα, αξιωματικοί, άλογα, πύργοι, στρατιωτάκια. Βλ. πατ, ρουά1, σαχ. 5. (σπάν., στην τράπουλα) ρήγας. Βλ. ντάμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο Βασιλεύς της Δόξης/των Αιώνων & των Βασιλέων: ΕΚΚΛΗΣ. ο Κύριος., ο Μέγας Βασιλεύς: ΕΚΚΛΗΣ. ο Ιησούς Χριστός., ο μαρμαρωμένος βασιλιάς βλ. μαρμαρώνω ● ΦΡ.: εκεί που και ο βασιλιάς πάει μόνος του (προφ.): στην τουαλέτα., ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς! (παλαιότ.): για να δηλωθεί άμεση διαδοχή ή αντικατάσταση., σαν βασιλιάς: με πλούτη και ανέσεις, πλουσιοπάροχα: Ζει/περνάει ~ ~ (= βασιλικά). Πβ. άρχοντας, πασάς. , βασιλικότερος του βασιλέως βλ. βασιλικός, ο βασιλιάς είναι γυμνός βλ. γυμνός ● βλ. βασίλισσα [< μεσν. βασιλιάς, αγγλ. king, γαλλ. roi] ΒΑΣΙΛΙΑΣ

γάλα

γάλα γά-λα ουσ. (ουδ.) {γάλ-ακτος (σπάν.) -ατος | -ατα} 1. λευκό, αδιαφανές, πολύ θρεπτικό υγρό, που εκκρίνεται από τους αδένες των μαστών θηλυκών κατοικίδιων ζώων (κυρ. από αγελάδες, προβατίνες ή κατσίκες) και αποτελεί βασικό στοιχείο της ανθρώπινης διατροφής· γενικότ. το αντίστοιχο υγρό που παράγεται από όλα τα θηλυκά θηλαστικά μετά τη γέννα ως πρώτη και κύρια τροφή για τα νεογέννητά τους: αγελαδινό/αγνό/αιγοπρόβειο/άπαχο/(ημι)αποβουτυρωμένο/αποστειρωμένο (~ μακράς διαρκείας)/αφυδατωμένο/βουβαλίσιο/βρεφικό/γίδινο/εβαπορέ/ζαχαρούχο/κατσικίσιο/νωπό/ολόπαχο/ομογενοποιημένο/παστεριωμένο/πλήρες/πολυβιταμινούχο/συμπυκνωμένο/συσκευασμένο/φρέσκο ~. ~ κατανάλωσης (: που πληροί τις προδιαγραφές για να κυκλοφορεί στο εμπόριο). ~ χαμηλό σε/χωρίς λιπαρά. ~ με κακάο/σοκολάτα (= σοκολατούχο). ~ (σε) σκόνη (: που έχει αφυδατωθεί). Ένα λίτρο/μπουκάλι/ποτήρι ~. Καφές/σοκολάτα/τσάι με ~. Κορν φλέικς με ~. Βιομηχανία/καρτέλ/παραγωγή ~ακτος. Βλ. ανθό-, αφρό-, βουτυρό-, ξινό-, τυρό-γαλα, γαλακτοκομικά προϊόντα.|| ~ της γάτας/γαϊδούρας/καμήλας/φάλαινας. 2. (ειδικότ.) το ανάλογο υγρό που εκκρίνεται από τους αδένες των μαστών των γυναικών μετά τον τοκετό: μητρικό ~. Βλ. πρωτόγαλα. 3. (κατ' επέκτ.) λευκή ή υπόλευκη ρευστή ουσία που εκκρίνεται από ορισμένα φυτά ή παράγεται με την πολτοποίηση των καρπών τους: ~ αμυγδάλου/καρύδας/ρυζιού/σόγιας/συκιάς. ● Υποκ.: γαλατάκι (το) 1. (οικ.) γάλα: Το μωρό ήπιε το ~ του. 2. πολύ μικρή συσκευασία γάλακτος, συνήθ. 15 γραμμαρίων: ~ια λάιτ. Ατομικά ~ια για τον καφέ. ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνητό γάλα: αγελαδινό γάλα ενισχυμένο με τέτοια συστατικά, ώστε να αποκτήσει σύνθεση παρόμοια με του μητρικού: Σίτιση βρέφους με ~ ~., κρέμα (γάλακτος) βλ. κρέμα, ορός γάλακτος βλ. ορός ● ΦΡ.: βγάζω/κατεβάζω γάλα (προφ.): (για γυναίκα ή θηλυκό ζώο) παράγω γάλα για θηλασμό., βλαστημάω/ξερνάω/μαρτυρώ/φτύνω το γάλα της μάνας μου/της μάνας μου το γάλα (προφ.): υφίσταμαι μεγάλη δοκιμασία, ταλαιπωρία: (απειλητ.) Θα φτύσεις ~ ~! Πβ. υποφέρω., γάλακτος: χαρακτηρισμός κρέατος που προέρχεται από ζώο πολύ μικρό σε ηλικία: αρνάκι/κατσικάκι/μοσχαράκι/χοιρινό (του) ~. , και του πουλιού το γάλα (μτφ.-εμφατ.): για μεγάλη ποικιλία και υψηλή ποιότητα αγαθών: Έχει ~ ~., μέλι-γάλα/μέλι και γάλα (μτφ.): αρμονικά, ήρεμα: Τα ξαναβρήκαν και τώρα όλα ~ ~ (= μια χαρά). , πιες το γάλα/το γαλατάκι σου (ειρων.): είσαι πολύ άπειρος και ανώριμος (για κάτι): Άντε ~ ~ καλύτερα ... ΣΥΝ. φάε την κρέμα/την κρεμούλα σου, σαν (το) γάλα: ως χαρακτηρισμός για κάποιον που έχει πολύ λευκό δέρμα και γενικότ. για οτιδήποτε έχει έντονα λευκό χρώμα: Ήταν άσπρη ~ ~. , σαν τη μύγα μες στο γάλα (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για κάποιον ή κάτι που δεν ταιριάζει, που ξεχωρίζει μέσα σε ένα σύνολο: Στις παρέες αισθανόμουν πάντα ~ ~., της κόπηκε το γάλα (προφ.): (για γυναίκα που θηλάζει) σταμάτησε να παράγει γάλα για ψυχολογικούς ή παθολογικούς λόγους., χύνει/κλοτσά την καρδάρα με το γάλα βλ. καρδάρα [< αρχ. γάλα, γαλλ. lait, αγγλ. milk]

γάτα

γάτα γά-τα ουσ. (θηλ.) {γατών} (δηλώνει και τον γάτο) 1. ΖΩΟΛ. μικρόσωμο αιλουροειδές (επιστ. ονομασ. Felis domesticus), που ζει κυρ. ως κατοικίδιο: άγρια (= αγριόγατα)/ζημιάρα/οικόσιτη/παιχνιδιάρα/τρίχρωμη ~. ~ Aγκύρας/Περσίας (= περσική ~)/Σιάμ (= σιαμαία ~)/του δρόμου (= κεραμιδόγατα)/του σαλονιού. Η ~ γουργουρίζει/νιαουρίζει. (Λέγεται πως) η μαύρη ~ (= μαυρόγατα) φέρνει γρουσουζιά. Πβ. γαλή, ψιψίνα.|| (μτφ.) Ζηλιάρα (= ζηλιαρόγατα)/χαδιάρα ~ (: για γυναίκα). Εφτάψυχος/περπατά αθόρυβα σαν ~. 2. (μτφ.) άνθρωπος έξυπνος, ευέλικτος, ικανός να ξεπερνά τις δυσκολίες: Αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, μα είναι ~ και θα τα καταφέρει. ΣΥΝ. τσακάλι (2) ● Υποκ.: γατάκι (το), γατούλα (η): (μτφ.) για γυναίκα γλυκιά και χαδιάρα, ναζιάρα. ● Μεγεθ.: γατάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η γάτα με τις εννιά ουρές βλ. ουρά, μάτια γάτας βλ. μάτι ● ΦΡ.: όσο πατάει η γάτα (προφ.): πάρα πολύ λίγο., όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια (παροιμ.): όταν απουσιάζει ο υπεύθυνος ή ο ανώτερος χαλαρώνει η πειθαρχία και το αίσθημα ευθύνης. [< γαλλ. quand le chat n'est pas là, les souris dansent] , ούτε γάτα ούτε ζημιά (προφ.): όταν μια δυσάρεστη κατάσταση διορθώνεται χωρίς αρνητικές συνέπειες: Επέστρεψε τα κλεμμένα χρήματα, χωρίς να τον αντιληφθούν και ~ ~ (: είναι σαν να μη συνέβη τίποτα). Πβ. τι είχαμε, τι χάσαμε., σαν (τη) βρεγμένη γάτα (προφ.): με τρόπο που δείχνει ότι κάποιος αναγνωρίζει το σφάλμα που διέπραξε ή γενικά τη δυσάρεστη κατάσταση που δημιούργησε, ένοχος ή ντροπιασμένος: Μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε ~ ~., σκίζω τη γάτα (μτφ.-προφ.): (συνήθ. για άντρα) επιβάλλομαι δυναμικά σε κάποιον από την αρχή. Πβ. παίρνω τον αέρα., τα κουκουλώνει σαν τη γάτα (προφ.): για κάποιον που αποκρύπτει με επιδέξιο τρόπο στοιχεία που τον επιβαρύνουν., (αυτό) το ξέρει και η γάτα μου! βλ. ξέρω, γάτα με πέταλα βλ. πέταλο, η περιέργεια σκότωσε τη γάτα βλ. περιέργεια, θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει βλ. κλαίω, ούτε θηλυκή/θηλυκιά γάτα βλ. θηλυκός, παίζω σαν τη γάτα με το ποντίκι/όπως η γάτα με το ποντίκι βλ. παίζω, σαν τον σκύλο με τη γάτα βλ. σκύλος, το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι βλ. παιχνίδι [< 1: μεσν. γάτα, κάτ(τ)α < μεσν. λατ. gatta, βεν. gata]

-ένιος

-ένιος, ια, ιο: κατάληξη επιθέτων για τη δήλωση ύλης, χρώματος ή ιδιότητας: ασημ~/διαμαντ~/σοκολατ~.|| Μενεξεδ~/χρυσαφ~. Πβ. -ής, -ιά, -ί.|| Παραδεισ~/παραμυθ~. Πβ. -ινος.

κάβουρας

κάβουρας κά-βου-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. {προφ. θηλ. καβουρίνα} καρκινοειδές μαλακόστρακο (επιστ. ονομασ. Cancer, Carcinus) με πλατύ κέλυφος και ισχυρές δαγκάνες, που ανήκει στα δεκάποδα, είναι κυρ. υδρόβιο και μερικά είδη του είναι φαγώσιμα: βασιλικός/κόκκινος/μπλε/πράσινος ~. Βλ. καβουρομάνα. ΣΥΝ. καβούρι, καρκίνος (4) 2. μεταλλικό εργαλείο για (ξε)βίδωμα, με λαβίδα και κινητό σκέλος που ρυθμίζει το άνοιγμά της. Πβ. γαλλικό κλειδί, παπαγαλάκι. Βλ. κατσαβίδι. ● ΦΡ.: σαν τον κάβουρα: πολύ αργά: Πάει/περπατάει ~ ~.|| (μτφ.) Η έρευνα προχωρά ~ ~. Πβ. καρκινοβατώ., τι 'ναι ο κάβουρας, τι 'ν(αι) το ζουμί του (παροιμ.): για κάτι που δεν επαρκεί, επειδή είναι πολύ λίγο, ελάχιστο: Η σύνταξη δεν φτάνει, ~ ~!, εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)! βλ. θέλω [< μεσν. κάβουρος]

καλαμιά

καλαμιά κα-λα-μιά ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} καλάμι: φράχτης από ~ιές. Ανάμεσα στις ~ιές (πβ. καλαμιώνας).|| (για πρόσ.) Ψηλή και λεπτή σαν ~. 2. το στέλεχος των δημητριακών, κυρ. του σιταριού· ιδ. ό,τι απομένει στο χώμα μετά τον θερισμό: βόσκηση/καύση της ~ιάς. Πβ. στάχυ. 3. (προφ.) κλοτσιά στο πόδι, στην περιοχή του καλαμιού. ● ΦΡ.: σαν (την) καλαμιά στον κάμπο (προφ.): έρημος, μόνος και απροστάτευτος: Έφυγαν όλοι και έμεινα ~ ~. ΣΥΝ. μόνος και/κι έρημος [< μεσν. καλαμιά]

κατάρα

κατάρα κα-τά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. φράση που δηλώνει επιθυμία να πάθει κάποιος κάτι κακό, συχνά με επίκληση υπερφυσικής δύναμης: βαριά ~. Η ~ της έπιασε (= πραγματοποιήθηκε). Την ~ μου να 'χει! Εκστομίζει ~ες.|| (ως επιφών.) ~ (σ)τη στιγμή/(σ)την ώρα που ... (= ανάθεμα)! Βλ. ευλογία. 2. (μτφ.) συμφορά, δυστυχία: η ~ του πολέμου (πβ. μάστιγα). Η χαρτοπαιξία είναι ~. Κάποια ~ τον βαραίνει/βρήκε. ~ έπεσε στο ... Τι ~ είν' αυτή να μη στεριώνει πουθενά! Είναι κατάρα και ευχή μαζί. Βλ. ευτυχία. ● ΦΡ.: γυρίζει σαν την άδικη κατάρα (προφ.): περιφέρεται άσκοπα., ευχή και κατάρα 1. για κάτι που έχει θετικές και αρνητικές πλευρές: Η δόξα/ομορφιά είναι ~ ~ (μαζί). 2. (προφ.) για να δηλωθεί εντολή επιτακτική και δεσμευτική για τον αποδέκτη της: ~ ~ σου αφήνω/δίνω, μην ασχοληθείς ποτέ σου με .../φύγε μακριά!, κατάρα στον λαδέμπορα! βλ. λαδέμπορος [< αρχ. κατάρα]

κλέφτης

κλέφτης κλέ-φτης ουσ. (αρσ.) {κλεφτ-ών} & κλέπτης, κλέφτρα (η) 1. πρόσωπο που κλέβει: επαγγελματίας ~. ~ αυτοκινήτων/έργων τέχνης/κινητών. Κύκλωμα/συμμορία ~ών. Πιάστηκε/συνελήφθη ο ~. Μπήκαν ~ες στο μαγαζί/σπίτι. Πβ. διαρρήκτης, ληστής. Βλ. αρχι~, ζωο~.|| Προσέξτε μη σας γελάσουν, είναι ~ες (= απατεώνες, λωποδύτες)!|| (μτφ.) ~ της καρδιάς (βλ. καρδιοκλέφτρα). 2. ΙΣΤ. {συνήθ. στον πληθ.} μέλος ανυπότακτων ορεσίβιων ομάδων που αποτέλεσαν τον πυρήνα της αντίστασης κατά των Τούρκων: ~ες κι αρματολοί. Το λημέρι των ~ών. Βλ. πρωτο~. 3. ΒΟΤ. σπόρος με λεπτά και λευκά νημάτια που μεταφέρεται σε μεγάλη απόσταση από τον αέρα. ● Υποκ.: κλεφταράκος & κλεφτάκος (ο) ● Μεγεθ.: κλεφταράς & (σπάν.) κλέφταρος (ο) (επιτατ.) ● ΦΡ.: αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη (παροιμ.): αυτός που έχει αδικηθεί, θα βρει τελικά το δίκιο του., κλέφτες κι αστυνόμοι: παιδικό ομαδικό παιχνίδι, κυνηγητό., μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε (παροιμ.): έρχεται η στιγμή που οι απατεωνιές, οι κλεψιές κάποιου αποκαλύπτονται., ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται (παροιμ.): όποιος κλέβει ή λέει ψέματα, πολύ σύντομα αποκαλύπτεται., σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης (προφ.): αθόρυβα, χωρίς να τον πάρουν είδηση, κρυφά: Έφυγε ~ ~. Πβ. στα κλεφτά., φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί/για να φύγει ο νοικοκύρης (παροιμ.): για κάποιον που, ενώ φταίει, προσπαθεί να ρίξει τις ευθύνες σε όσους υφίστανται τις πράξεις του., κλειδώνω (κι) αμπαρώνω και ο κλέφτης είναι μέσα/τον κλέφτη βρίσκω μέσα βλ. αμπαρώνω [< μεσν. κλέφτης]

κοκόρι

κοκόρι κο-κό-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): νεαρός κόκορας: Σφάζω ένα ~. ● ΦΡ.: γεννούν και τα κοκόρια (κάποιου) (παροιμ.): είναι πολύ τυχερός. Πβ. έχω άστρο/αστέρι., με τα κοκόρια: πολύ νωρίς το πρωί, τα χαράματα: Ξυπνώ ~. Πβ. κοιμάμαι/ξυπνώ με τις κότες., σαν τα κοκόρια: για πρόσωπα που διαπληκτίζονται συχνά και πολύ έντονα: Μαλώνουν/τρώγονται/τσακώνονται ~., κάνει τον κόκορα/το κοκόρι βλ. κόκορας, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει βλ. κόκορας

κούκος

κούκος [κοῦκος] κού-κος ουσ. (αρσ.) & κούκκος 1. ΟΡΝΙΘ. δενδρόβιο και εντομοφάγο πτηνό (επιστ. ονομασ. Cuculus canorus) με γκρίζο-καφετί φτέρωμα, λεπτό σώμα, μακριά ουρά και χαρακτηριστικό κελάηδημα. Βλ. κούκου. 2. εκκρεμές ρολόι τοίχου που αναγγέλλει την αλλαγή ώρας με ήχο που μοιάζει με το κάλεσμα του κούκου και συνήθ. συνοδεύεται από την εμφάνιση ομοιώματος του αντίστοιχου πουλιού από μια μικρή πόρτα. 3. ΛΑΟΓΡ. μικρός, μαύρος, στρογγυλός και σκληρός σκούφος με επίπεδο το πάνω μέρος του. Βλ. φέσι. 4. παιχνίδι στην πόκα: ~ διπλός/μονός. 5. μικρή στήλη από πέτρες, ως σήμανση σε μονοπάτια (βουνών ή δασών). ● ΦΡ.: σαν τον κούκο: ολομόναχος: Έμεινε ~ ~ (= κατάμονος). ΣΥΝ. μόνος και/κι έρημος, σαν (την) καλαμιά στον κάμπο, ένας κούκος/ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη βλ. άνοιξη, μου πάει/έρχεται/κοστίζει/στοιχίζει ο κούκος αηδόνι βλ. αηδόνι, τρεις κι ο κούκος βλ. τρεις, τρεις, τρία [< μεσν. κούκ(κ)ος]

κρασί

κρασί κρα-σί ουσ. (ουδ.) {κρασ-ιού | -ιών}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση του μούστου των σταφυλιών: κόκκινο/λευκό/ροζέ ~. Δυνατό/ελαφρύ ~. Επιτραπέζιο ~. Βαρελίσιο (βλ. γιοματάρι, σώσμα)/σφραγισμένο/χύμα ~. Αρωματικό/γλυκό/ζεστό (: με μπαχαρικά, μυρωδικά)/μεστό/στυφό (βλ. μπρούσκο)/φρουτώδες (βλ. σαγκρία) ~. Ακριβό/εκλεκτό/νερωμένο ~. Βιολογικό/σπιτικό ~. Φετινό ~/~ νέας εσοδείας. ~ ονομασίας προέλευσης. Εγχώρια/εισαγόμενα ~ιά. Απόσταγμα (βλ. κονιάκ)/γεύση/γευσιγνωσία/γιορτή/διαύγεια/δοκιμή/κατακάθι/παραγωγή/ποικιλία (βλ. μοσχάτο, ρετσίνα)/ποιότητα (του) ~ιού. Περιεκτικότητα του ~ιού σε αλκοόλ. Κάβα/κατάλογος ~ιών. Κουλουράκια ~ιού (: ως συστατικό). Ξίδι από ~. Το ρίχνω στο ~. Κόβω το ~ (: δεν το πίνω πια). Το ~ ξινίζει/παλιώνει/ωριμάζει. Με χτύπησε το ~ στο κεφάλι (: ζαλίστηκα ή μέθυσα).|| (συνεκδ.) Να πιούμε ένα ~ (: ποτήρι ή μπουκάλι).|| (κατ' επέκτ.) ~ από φρούτα. ΣΥΝ. οίνος (1) ● Υποκ.: κρασάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αφρώδης οίνος/αφρώδες κρασί βλ. αφρώδης, ημίγλυκο κρασί/ημίγλυκος οίνος βλ. ημίγλυκος, νέο κρασί βλ. νέος, ξηρός οίνος/ξηρό κρασί βλ. ξηρός ● ΦΡ.: βάζω νερό στο κρασί μου & νερώνω το κρασί μου (μτφ.): τηρώ διαλλακτική στάση, υποχωρώ: Βάλε λίγο ~ ~ σου και συμβιβάσου!, καλά κρασιά! (ειρων.): για κάποιον που λέει πράγματα ασυνάρτητα ή άσχετα με το θέμα συζήτησης ή κυρ. ως έκφραση απογοήτευσης. Πβ. χαιρέτα μου/μας τον πλάτανο., μιλάει το κρασί (μτφ.-προφ.): για μεθυσμένο που φλυαρεί ή δεν ελέγχει τι λέει., σαν το παλιό καλό κρασί: για κάποιον ή κάτι που αποκτά ιδιαίτερη αξία όσο περνάει ο χρόνος., οίνοι/κρασιά με ονομασία κατά παράδοση βλ. παράδοση [< μεσν. κρασί(ν)]

κυπαρισσόξυλο

κυπαρισσόξυλο κυ-πα-ρισ-σό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.): ξύλο κυπαρισσιού. Βλ. σανταλόξυλο. [< μεσν. κυπαρισσόξυλον]

λέω

λέω λέ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {λες, λέ-ει, -με, -τε, -ν(ε), έλεγα, είπα (προστ. πες, πείτε κ. πέστε), πει, λέγ-ομαι, λέ-χθηκε (λόγ.) ειπώ-θηκε (λογιότ. ελέ-χθη, -χθησαν, μτχ. λε-χθείς, -χθείσα, -χθέν), λε-χθεί (λόγ.) ειπω-θεί, λέγ-οντας, -όμενος, ειπω-μένος} & (λόγ.) λέγω 1. εκφέρω λέξεις και φράσεις, αρθρώνω φθόγγους: Συγγνώμη, δεν σ' άκουσα, τι είπες; Είπαν (= αντάλλαξαν) βαριές κουβέντες. Έχω κάτι να σου πω (: εμπιστευτώ), αλλά μην το πεις (= αποκαλύψεις, μαρτυρήσεις) σε κανέναν/πουθενά. Πες το μου στ' αυτί/ψιθυριστά. Έφυγε, ~οντας μόνο ένα "γεια". Έχουν ~χθεί τα πάντα. (εμφατ.) ~ει και ~ει ασταμάτητα (πβ. μιλώ). Δεν ξέρει τι ~ει (= ~ει ασυναρτησίες). (ειρων.) Τέτοια λέγε μου, να χαίρομαι!|| Τι έχεις να πεις σε όσους σε κατηγορούν; Πβ. απαντώ.|| ~ τη γνώμη μου (= διατυπώνω, εκφράζω)/ψέματα (= ψεύδομαι). ~ει τις ειδήσεις (= εκφωνεί, παρουσιάζει). Πείτε μου/πέστε μου τι κάνετε/τα νέα σας. Μας είπε (= ανακοίνωσε) την απόφασή του/τα εξής: … Αναγκάστηκε να πει (= ομολογήσει, παραδεχτεί) την αλήθεια.|| Δεν μπορεί να πει (= προφέρει) το "ρο".|| Στο ~ εγώ, θα έρθει (πβ. διαβεβαιώνω)! Τι το λες και δεν το κάνεις; Ό,τι είχα/ήταν να πω το είπα (πβ. δηλώνω). Ό,τι και να πεις, έχεις δίκιο. Αφού σου είπα (= υποσχέθηκα) ότι θα σε βοηθήσω, θα το κάνω. Στο είχα πει (: επαναλάβει) πολλές φορές.|| Το είπε (= μετέδωσε) το ραδιόφωνο.|| ~νε (= κάνουν λόγο) για τα χθεσινά. 2. σκέφτομαι, υπολογίζω· νομίζω, πιστεύω· υποθέτω, φαντάζομαι: ~ να φύγω αύριο (πβ. προγραμματίζω, σκοπεύω, σχεδιάζω). Πάνω που είπα (= αποφάσισα) κι εγώ να σοβαρευτώ ... -Θα έρθεις; -Έτσι ~. Και να πεις πως δεν το περίμεναν! Πες πενήντα τα οδοιπορικά κι εκατό η διαμονή. Πόση ώρα λες να πάρει;|| Εσύ τι λες/τι έχεις να πεις γι’ αυτά; Τι θα πει ο κόσμος; (με αμφιβολία ή απορία:) ~τε να είναι τόσο απλό;|| Αν δεν σε ήξερα, θα έλεγα ότι δεν είσαι (= δεν θα σε έκανα) πάνω από είκοσι. Έτσι όπως είχε ξαπλώσει, έλεγες ότι κοιμάται. Πες πως ήσουν στη θέση μου, τι θα έκανες; Ποιος να (μου) το 'λεγε ότι θα χώριζαν! 3. για παράθεση άποψης, φήμης, γνωμικού, των λόγων κάποιου: (συνήθ. στο γ' πρόσ.) ~νε/~εται ότι/πως ... (πβ. διαδίδεται, μαρτυρείται, συζητιέται, φημολογείται, ψιθυρίζεται). Πολλά ~ονται και ακούγονται γι' αυτό το θέμα. Απ' ό,τι λένε (οι δικοί του) είναι πολύ ώριμος για την ηλικία του. Η παράδοση ~ει (= αναφέρει) ότι ο πύργος ήταν στοιχειωμένος. Στο χωριό μου ~νε: "Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά".|| Όπως ακριβώς είπα/~θηκε και πριν, ...|| (σε ευθύ ή πλάγιο λόγο) Και γυρίζει και μου ~ει: "Έχεις καθόλου λεφτά;" (πβ. ρωτώ). Δεν τη νοιάζει, ~ει. (Μου) είπε να μη χαθούμε. 4. (ειδικότ.) ισχυρίζομαι, υποστηρίζω: Ο ίδιος ~ει ότι έπεσε θύμα απάτης. Το ~ και το πιστεύω. Είσαι σίγουρος για όσα λες; Σύμφωνα με όσα ~ει σε συνέντευξή της ... Δεν ~/δεν μπορώ να πω ότι το έκανε αυτός/επίτηδες. 5. εισαγωγικά ή παρενθετικά στον λόγο ή σε τυπικές φράσεις για προσέλκυση της προσοχής, έκφραση απορίας, αμηχανίας, δυσαρέσκειας: Δεν μου λες, αύριο έχουμε μάθημα; Για να το πούμε αλλιώς/απλά/καλύτερα, ... Τολμώ να πω ότι την καταλαβαίνω. Συγγνώμη, να πω κάτι (πβ. αναφέρω, επισημαίνω, προσθέτω); Και να πω και κάτι άλλο ... Θα μου επιτρέψετε/πρέπει να πω ... Δεν χρειάζεται/περιττό να πω ότι ... (: για κάτι αυτονόητο, γνωστό). Σου το/στο ~ σαν φίλος, ξέχασέ την.|| (επιτατ., θυμωμένα:) Αυτό που σου ~ εγώ!|| (απειλητ.) Για πρόσεχε τι λες!|| (συγκαταβατικά) Ό,τι πεις εσύ!|| (στερεότυπη φρ. όταν σηκώνουμε το τηλέφωνο) Λέγετε; Λέγετε, παρακαλώ! 6. ονομάζω, αποκαλώ, χαρακτηρίζω κάποιον ή κάτι: -Πώς σε ~νε; -Με ~νε Ειρήνη. ~ομαι ... (: για ονοματεπώνυμο). Πολύ ακατάδεχτη η ... πώς την είπαμε; (: όταν δεν θυμόμαστε το όνομα κάποιου).|| Πώς ~εται αυτό στα Γαλλικά (πβ. μεταφράζω);|| Τον είπε βλάκα μπροστά σ' όλους. (για παρατσούκλι) Στο σχολείο τον ~νε ξερόλα. Εγώ αυτό το ~ κοροϊδία. 7. εννοώ, σημαίνω, δείχνω: (συνηθέστ. στο γ' πρόσ.) Τι θα πει "ελευθερία"; Αν γυρίσει, θα πει πως σ' αγαπάει. Το ότι τον προσκάλεσα δεν θα πει ότι τον συμπαθώ κιόλας.|| Νομίζω αυτό ~ει πολλά για τον χαρακτήρα της. Η φωτογραφία τα ~ει όλα. Το θερμόμετρο ~ει σαράντα βαθμούς Κελσίου. Η πινακίδα ~ει "Απαγορεύεται η αναστροφή". Πάτησε το κουμπί που ~ει στοπ.|| (προφ.) -Τι ώρα λες (: τι ώρα ~ει το ρολόι σου); Τα μάτια σου άλλα ~νε ... 8. ζητώ από κάποιον να κάνει κάτι· προτείνω, συμβουλεύω: Πες του να περάσει. Άσε με ήσυχη, σου είπα! Μην του πεις μόνο για διάβασμα (: να διαβάσει)! Θα σου πω εγώ πότε να σταματήσεις (πβ. καθοδηγώ, υποδεικνύω). Κάνε ό,τι σου ~ει (πβ. διατάζω)!|| Εγώ ~ να πάμε. Θα σου έλεγα να μη βιαστείς. Πες του κι εσύ κάτι! 9. (προφ.) διατυπώνω γραπτώς, αναφέρω: Τι ~νε (= γράφουν) οι εφημερίδες; Η διαθήκη/ο νόμος ~ει (= ορίζει) ... Χρειάζεσαι μία υπεύθυνη δήλωση που να ~ει ότι ... Ένας μεγάλος ποιητής είπε ... 10. προβλέπω, προλέγω: Εγώ το είχα πει από την αρχή. Όταν εγώ στα 'λεγα, εσύ δεν με πίστευες. Πβ. προειδοποιώ. 11. εξηγώ, ερμηνεύω: ~ει (= διαβάζει) τον καφέ/το μέλλον/τη μοίρα/το φλιτζάνι/τα χαρτιά.|| Μπορείς να μου πεις τι σημαίνει ... 12. αφηγούμαι, εξιστορώ, περιγράφω: Δεν ξέρει να ~ει ανέκδοτα. Πείτε μας πώς τα περάσατε στο ταξίδι. Ακριβώς έτσι έγιναν, όπως τα είπε. Πες μας τι σου συμβαίνει. Πβ. διηγούμαι.|| Ένας απ' τους δυο σας ~ει παραμύθια (πβ. παραμυθιάζω, ψεύδομαι). 13. κουβεντιάζω, συζητώ: Τα ~με πού και πού. Κάτσε να τα πούμε λιγάκι. Για σένα λέγαμε (= μιλούσαμε). Πίνανε και λέγανε τα δικά τους. Τι ακριβώς ~θηκε/~χθη στη γενική συνέλευση;|| Όπως είπαμε (= συμφωνήσαμε), εντάξει; 14. επαναλαμβάνω προφορικά κάτι που έχει ορισμένη μορφή και συνήθ. το έχω αποστηθίσει: ~ ένα ποίημα (= απαγγέλλω)/την προσευχή μου. Θα πει (= τραγουδήσει) κομμάτια από τον τελευταίο του δίσκο. Βλ. λεγάμενος, λέγειν, λεγόμενα, λεγόμενος.λέει (προφ.) 1. (συνήθ. με άρνηση) αξίζει: -Τι ~ το/σαν μαγαζί; - Δεν ~ μία/τίποτα. Η ταινία δεν έλεγε πολλά (πράγματα). Βλ. ψιλο~. 2. για έμφαση, ενίσχυση των λεγομένων: Ξεφαντώσαμε, ~! Αν τον ξέρω, ~; Απ’ έξω κι ανακατωτά. Πβ. δεν λες τίποτα/δεν σου λέω τίποτα/δεν θα πει τίποτα! 3. ως συμπλήρωμα στην ομιλία, όταν κάποιος δεν βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις: Και μου ζήτησε, ~, να φύγω ~, γιατί ήθελε, ~, να ... Πβ. να πούμε. 4. σε αφηγήσεις ή υποθέσεις: Ήτανε, ~, κάποτε ένας βασιλιάς... Είδα, ~, στο όνειρό μου ότι ...|| Φαντάσου, ~, να ξανασυναντηθούμε μια μέρα. 5. για να δηλωθεί έντονη έκπληξη, απορία ή αγανάκτηση: Ποιος ήταν ~; 6. για λόγο που θεωρείται πρόφαση, δικαιολογία: Δεν ήρθε γιατί, ~ (= δήθεν), είχε δουλειά. Πβ. τάχα. 7. φημολογείται: Ο γιος τους, ~, είχε μπει φυλακή. ● ΦΡ.: ... όπως/που λέει και (προφ.): όταν αναφέρονται τα λόγια κάποιου, αποφθέγματα, παροιμίες ή στίχοι τραγουδιού: Κάθε εμπόδιο για καλό, ~ ~ ο λαός. Όπως έλεγαν οι πρόγονοί μας, ..., άλλο να στο λέω, κι άλλο να τ' ακούς/να το βλέπεις (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν περιγράφεται με λόγια: Είχε γίνει έξω φρενών, φώναζε, έβριζε, άσε ... ~ ~ ακούς! Τα χρώματα του πίνακα είναι μοναδικά, όμως ~ ~ βλέπεις!, ας πούμε (προφ.) 1. για να δοθεί παράδειγμα: Παιδιά που είναι, ~ ~, οκτώ ετών ... Πβ. για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν/χάρη, ξέρω γω. 2. για να εκφραστεί μία υπόθεση: ~ ~ (= ας υποθέσουμε) ότι ψάχνεις για δουλειά ... Πβ. έστω. 3. για να γίνει μία πρόταση: -Πότε να πάμε; -~ ~ την πρώτη του μηνός., ας τα λέμε καλά (προφ.): σχετικά καλά, ως τυπική απάντηση χαιρετισμού: -Τι κάνεις; -Ε, ~ ~..., άστον/άσ' τον να λέει (προφ.): συνήθ. ως προτροπή σε κάποιον να μη δίνει σημασία στα λόγια τρίτου: Άστους να λένε, είσαι η καλύτερη!, αυτά/έτσι που λες/λέτε! (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος θέλει να συνοψίσει κάτι ή δεν ξέρει τι άλλο να πει: ~ ~ φίλε μου, δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση., αυτό θα πει ...! (προφ.): (ως ένδειξη αναγνώρισης, θαυμασμού) αυτό είναι: ~ ~ αγάπη/εξυπηρέτηση/μαγκιά/τύχη!, αυτό/η αλήθεια/το σωστό να λέγεται (προφ.-εμφατ.): για να εκφραστεί παραδοχή, ομολογία ή συμφωνία με κάτι που προηγείται ή ακολουθεί: Είναι ωραίος νέος, αυτό/το σωστό να ~. Η αλήθεια να ~, μαζί της δεν βαριέμαι ποτέ., αφού το λες εσύ & αφού το λέτε εσείς (προφ.): (συγκαταβατικά) για να δηλωθεί αποδοχή της άποψης του άλλου: Ε, ~ ~, έτσι θα 'ναι/κάτι (παραπάνω) θα ξέρεις., για λέγε/πες (προφ.): ως προτροπή για να αφηγηθεί κάποιος κάτι ενδιαφέρον: -Συναντηθήκαμε χθες. -~ ~, ~ ~!, για να μη (σου) πω & μη (σου) πω: παρενθετικά στον λόγο για να προσθέσουμε κάτι, χωρίς να είμαστε απόλυτοι: Ένα από τα πιο σημαντικά, ~ ~ το πιο σημαντικό, είναι ..., για να σου πω (προφ.): (αυστηρά) ως έκφραση δυσφορίας, για να σταματήσει κάποιος να λέει ή να κάνει κάτι ενοχλητικό: Α, ~ ~, μη μου φωνάζεις εμένα! ~ ~, σαν πολύ αέρα δεν πήρες;, δε(ν) λέγεται (προφ.-εμφατ.): δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια: Το τι αγόρασε ~ ~! ~ ~ τι τράβηξα μέχρι να τελειώσω., δε(ν) λέω (προφ.): δεν αντιλέγω, δεν διαφωνώ: ~ ~, η δουλειά είναι δύσκολη, αλλά ..., δεν λέει να 1. (προφ.) για κάτι που δεν συμβαίνει, κυρ. αντίθετα από το επιδιωκόμενο ή το προσδοκώμενο: Αυτή η γρίπη ~ ~ περάσει με τίποτα. Η ώρα περνούσε κι αυτός δεν έλεγε να κουνηθεί από τη θέση του. 2. (νεαν. αργκό) δεν είναι σωστό, πρέπον ή συμφέρον: Θα περιμένω να τον αποχαιρετήσω, ~ ~ φύγω έτσι., δεν λες καλά/καλύτερα (που) ... & πάλι καλά (να λες) (που): (προφ.) όταν κάποιος προσπαθεί να εστιάσει στις θετικές πλευρές μιας δυσάρεστης κατάστασης: ~ ~ που δεν πάθατε τίποτα! Πβ. ευτυχώς.|| -Άργησες, αλλά τουλάχιστον ήρθες. -Πάλι καλά να λες!, δεν λες τίποτα/δεν σου λέω τίποτα/δεν θα πει τίποτα! (προφ.-εμφατ.): για να εκφραστεί συμφωνία με τα προαναφερθέντα και υπερθεματισμός: Καλά, ~ ~, το μέρος ήταν καταπληκτικό! -Πώς περάσατε χθες, ωραία; -Ωραία ~ ~, τέλεια ήταν! Τυχερή, ~ ~, από θαύμα ζει!, δεν μου λέει τίποτα (προφ.): δεν μου κάνει αίσθηση, δεν το θεωρώ σημαντικό: Το ότι είναι πλούσιος πραγματικά/προσωπικά ~ ~. [< γαλλ. cela ne me dit rien] , δεν σου λέω (οικ.): (με περιπαικτική διάθεση) σε περίπτωση που κάποιος αρνείται πεισματικά να μιλήσει για κάτι: ~ ~, για να μάθεις! ~ ~, ~ ~, πού ήμουν!, είπα κι εγώ (προφ.): σε περιπτώσεις που ανατρέπονται τα λόγια, οι αρχικές σκέψεις ή εκτιμήσεις κάποιου: ~ ~ με ξέχασες;, είπα ξείπα (προφ.): για αναίρεση προηγούμενης δήλωσης ή υπόσχεσης: -Μα μου είπες πως θα μου το αγοράσεις. -~ ~ (: το παίρνω πίσω).|| (ως ουσ.) Βαρέθηκα τα ~ ~ του., είπες κάτι/τίποτα; (προφ.): με αυστηρό ύφος ή απειλητικά, για να αποθαρρυνθεί κάποιος που εκφράζει αντιρρήσεις, συνήθ. μουρμουρίζοντας ή μιλώντας σιγά: Δεν κατάλαβα. ~ ~;, εμένα μου λες (προφ.): ως έκφραση αμφισβήτησης ή συμφωνίας: (ειρων.) -Συγγνώμη, δεν θα ξαναγίνει. -~ ~!|| -Είναι πολύ δύσκολος άνθρωπος. -~ ~; Ένας θεός ξέρει τι έχω τραβήξει μαζί του., ένα (μόνο) σου λέω (προφ.-εμφατ.): για προσέλκυση της προσοχής σε αυτό που θα ακολουθήσει: ~ ~ και να το θυμάσαι, τίποτα δεν είναι δεδομένο. (απειλητ.) Ένα μόνο θα σου πω, μη διανοηθείς και ξαναγυρίσεις!, εσύ το λες αυτό/εσύ είσαι που το λες αυτό 1. (προφ.-εμφατ.) αυτή είναι η δική σου άποψη, όχι η δική μου: Εγώ δεν είπα ότι δεν θέλω, ~ ~. 2. (σε ερώτηση) ως έκφραση έκπληξης, απορίας για τα λεγόμενα κάποιου: -Δεν αντέχω άλλο. -~ ~; Νόμιζα ότι σου άρεσε η δουλειά., έτσι λες; (προφ.): αυτό νομίζεις, αυτό πιστεύεις;: ~ ~ ε; Μπορεί να 'χεις και δίκιο ..., έτσι σου είπαν να λες; (προφ.): ως έκφραση αντίρρησης, διαμαρτυρίας για κάτι που ειπώθηκε: -Ο καθένας θα μπορούσε να βρεθεί στη θέση του. -Μπα, ~ ~;, έχει να πει κάτι/έχει κάτι να πει (προφ.): (για καλλιτέχνη ή καλλιτεχνική δημιουργία) προτείνει κάτι διαφορετικό, καινούργιο: Η ταινία δεν ~ ~., έχω να (το) λέω (προφ.): εκφράζομαι με τα καλύτερα λόγια για κάποιον ή κάτι: ~ ~ για τη φιλοξενία τους., θα έλεγα (προφ.): κειμενικός δείκτης που τονίζει την υποκειμενικότητα μιας κρίσης: Τα θέματα ήταν αρκετά εύκολα, ~ ~ (= κατά τη γνώμη μου).|| (επιτατ.) Η αύξηση είναι σημαντική, εντυπωσιακή ~ ~ (= τολμώ να πω). Πβ. αν θέλεις/θέλετε., θα μου πεις ... (προφ.): (παρενθετικά στον λόγο) ως έκφραση άποψης, σκέψης ή πιθανής εξέλιξης: Κάθε αρχή και δύσκολη, θα μου πεις., θα σου 'λεγα (τώρα) (προφ., συνήθ. με θυμωμένο ύφος): για μετριασμό των λεγομένων ή αποσιώπηση βαρύτερων χαρακτηρισμών και λόγων: ~ ~ καμιά κουβέντα, έχε χάρη όμως που ... ~ ~ τίποτα για το σόι σου, αλλά ... Πβ. τι του λες/τι να του πεις τώρα;, θα τα πούμε (προφ.) 1. ως έκφραση αποχαιρετισμού: Πολλά φιλιά, ~ ~ (από κοντά/σύντομα/την Τρίτη). Πβ. τα λέμε. 2. (απειλητ.) θα λογαριαστούμε, αναμετρηθούμε: Εμείς (οι δύο) ~ ~ στο γήπεδο/δικαστήριο., και πάει λέγοντας (προφ.): και ούτω καθεξής: Το νέο νομοσχέδιο προκάλεσε αντιδράσεις, απεργίες, διαμαρτυρίες ~ ~. ΣΥΝ. και τράβα κορδέλα/κορδόνι, και τι δεν είπε (εμφατ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι ειπώθηκαν πολλά: ~ ~ για τον διευθυντή, ότι τους καταπιέζει, ότι τους εκμεταλλεύεται, ότι ..., καλά μου (τα) έλεγες/τα 'λεγες (προφ.): για επιβεβαίωση της κρίσης κάποιου άλλου: ~ ~ να μην ανακατευτώ, αλλά πού μυαλό! Καλά μου είπανε πως είναι απατεώνας., καλά/όπως/σωστά (τα) λες/λέτε (προφ.): για να δηλωθεί συμφωνία με τα λεγόμενα κάποιου: (Πολύ) καλά τα λες, αλλά ποιος σ' ακούει; Ακριβώς έτσι έγινε, φίλε, σωστά τα λες. Ναι, ναι, (έτσι) όπως τα λέει είναι ..., κάτι έλεγες ...; (προφ.-ειρων.): όταν τα λόγια κάποιου αντιτίθενται στις πράξεις του ή γενικότ. δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα., κάτι μας είπες (τώρα)! (προφ.-ειρων.): για κάτι γνωστό, αυτονόητο: -Τόσο καιρό μας έλεγε ψέματα. -Χαίρω πολύ, ~ ~! Πβ. τι μας λες (τώρα);, κάτι μέσα μου (μού) λέει/κάτι μου λέει ότι/πως ... (προφ.): διαισθάνομαι ή προαισθάνομαι κάτι: Κι όμως εμένα ~ ~ θα τον ξαναδώ. [< γαλλ. quelque chose me dit que] , κάτι μου λέει (προφ.): μου θυμίζει κάτι: ~ ~ το όνομά του, αλλά δεν είμαι σίγουρη.|| Η φωτογραφία δεν μου λέει κάτι/τίποτα. [< γαλλ. me dit quelque chose] , λέγε λέγε/πες πες (προφ.-εμφατ.): σε περιπτώσεις που λέγεται κάτι συνεχώς και επίμονα σε κάποιον: ~ ~ στο τέλος τον έπεισαν. Πβ. λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά/τη γριά και/να θέλει., λέγε με ... & μπορείς να με λες (προφ.): (ακολουθεί κύριο όνομα ή ουσιαστικό) να με αποκαλείς, φωνάζεις ..., όταν θέλει κάποιος να δημιουργήσει κλίμα οικειότητας ή, ειρων., για τον ίδιο του τον εαυτό: Από 'δω και πέρα ~ ~ απλώς/σκέτο Μαρία.|| Τελικά, δεν ήταν και τόσο δύσκολο να το φτιάξω, ~ ~ και μάστορα!, λέμε τώρα (προφ.-ειρων.): που λέει ο λόγος: Καλά είμαι, ~ ~. Υποσχέσεις για ένα καλύτερο, ~ ~, μέλλον., λες κ(α)ι (προφ.): σαν να: Το θυμάμαι ~ ~ ήταν χθες! Δεν μπορούσε να μιλήσει, ~ ~ κάτι του 'φραζε το στόμα. Πβ. θαρρείς και., λέω (από) μέσα μου/απομέσα μου/στον εαυτό μου: δηλ. χωρίς να ακούγομαι: Είπε ~ του (: σιγανά, σιωπηλά, χαληλόφωνα) μια προσευχή. Όλα θα πάνε καλά, είπε ~ της (: σκέφτηκε, συλλογίστηκε). Αν έχεις κάτι να πεις, μην το λες ~ ~ σου (= πες το δυνατά, φωναχτά). Βλ. μουρμουρίζω, ψιθυρίζω., μα τι λέω & τι λέω (προφ.) 1. όταν κάποιος διορθώνει ή ενισχύει τα λεγόμενά του: Μέρες έχω να γράψω, ~ ~, μήνες. 2. (ειρων.) ως έκφραση αυτοθαυμασμού: ~ ~, ο άνθρωπος!, μας τα 'παν κι άλλοι (προφ.): για κάτι που έχει ειπωθεί πολλές φορές και δεν προκαλεί πλέον εντύπωση: Άσε/αυτά ~ ~!, μη μου πεις ότι ... (προφ.): για να προκαταλάβουμε τα λεγόμενα κάποιου: ~ ~ δεν σου άρεσε/δεν σκέφτεσαι κι εσύ το ίδιο. ~ ~ ξαφνικά άλλαξες γνώμη!, μη μου το λες/μη μου πεις .../τι μου λες! (προφ.): ως έκφραση έκπληξης ή ειρωνείας: -Τα 'μαθες; Παντρεύεται! -Όχι, καλέ, ~ ~!|| (ειρων.) Μη μου το λες, γιατί θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει. Πβ. τι λες/είπες (τώρα)!, μην το λες (προφ.): για να μετριαστεί η απολυτότητα των λεγομένων κάποιου: -Αποκλείεται να περάσει στις εξετάσεις. - Μπα, ~ ~, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται., μου λες/σου λέει (οικ.): αμφισβητώντας την ορθότητα των λεγομένων των άλλων: Και μετά ~ ~ κάνε παιδιά/φίλους., να μη με λένε (προφ.-εμφατ.): (ως απόδοση υπόθεσης) ως διαβεβαίωση προς τον συνομιλητή ότι θα κάνουμε κάτι οπωσδήποτε: Αν δεν έχω κόψει το κάπνισμα μέχρι το καλοκαίρι, ~ ~ Κώστα. Πβ. να μου τρυπήσεις τη μύτη., να πούμε & να 'ούμε (αργκό): παρενθετικά στον λόγο ως έκφραση αμηχανίας, όταν δεν βρίσκει κάποιος τις κατάλληλες λέξεις, ή στο τέλος φράσης, πρότασης: Έφυγε, ~ ~, χωρίς να πει μια λέξη. Καλά, πού ζεις εσύ, ~ ~;, να τα πούμε; (προφ.): για τα κάλαντα: -~ ~; -Φυσικά!, ξέρω τι θα πει: γνωρίζω πολύ καλά κάτι, ευχάριστο ή δυσάρεστο: ~ ~ αγάπη/μοναξιά. Ομάδα που δεν ξέρει τι θα πει ήττα., πες ... πες (προφ.): είτε ... είτε: ~ το σύμπτωση, ~ το διαίσθηση, ήξερα τι θα συμβεί! Πβ. θες ... θες., πες το κι έγινε (προφ.): ως δήλωση προθυμίας για άμεση ικανοποίηση της επιθυμίας κάποιου: Αν θέλεις κάτι άλλο, ~ ~!, ποιος μου λέει (εμένα) (προφ.): (συνήθ. ως ρητορική ερώτηση) πώς μπορώ να ξέρω, να σιγουρευτώ: ~ ~ ότι δεν με κοροϊδεύει; Και ποιος σου ~ εσένα πως αύριο θα έχεις δουλειά;, ποιος το είπε/λέει (αυτό); (προφ.): ως έκφραση αντίρρησης, αμφισβήτησης των λεγομένων κάποιου: Ακούς εκεί! ~ ~ ότι είμαι υποχρεωμένος να ...;, πολλά λες (προφ.): φλυαρείς, υπερβάλλεις ή αυθαδιάζεις: Πάντα τόσα ~ ~ για σένα;|| Πάνω από εκατό ευρώ; Νομίζω ότι ~ ~.|| Σαν πολλά δεν μας τα είπες;, που λες/λέτε (προφ., ως παραγέμισμα): εισαγωγικά ή παρενθετικά κυρ. σε αφηγήσεις ή συζητήσεις: Και ~ ~, πέρυσι το καλοκαίρι ... Έφυγα, ~ ~, αμέσως., πού να στα/σας τα/σου τα λέω (προφ.) 1. εισαγωγικά, συνήθ., στον λόγο για πρόκληση εντύπωσης: Άσε φίλε, ~ στα λέω, πήρα μια λαχτάρα χθες! ~ σας τα λέω, δεν θα πιστέψετε ποια συνάντησα στον δρόμο! 2. παρενθετικά στον λόγο για αποφυγή μακρηγορίας: Υπέροχα υφάσματα, αλλά ~ σου τα λέω τώρα, πήγαινε να τα δεις καλύτερα μόνη σου., πώς να στο/το πω (προφ.): όταν δυσκολεύεται κάποιος να εκφραστεί κατάλληλα: Μου αρέσει εδώ, ~ ~..., νιώθω σαν να είναι η δεύτερη πατρίδα μου., σαν να λέμε (προφ.): ως έκφραση επεξήγησης ή κυρ. παρομοίωσης, σύγκρισης με κάτι: Έμπλεξε με συμμορίες, ~ ~ έπεσε στο στόμα του λύκου., σου λέω! (προφ.): χρησιμοποιείται για να δοθεί έμφαση στα λεγόμενα ή στην ορθότητα ισχυρισμού που συνήθ. δεν γίνεται πιστευτός: Άσε με ήσυχο ~ ~ (πβ. επιτέλους)! Δράμα, ~ ~, η κατάσταση!, σου 'πα μου 'πες (προφ.): δικαιολογίες ή φλυαρίες: Δεν μου αρέσουν τα πολλά ~ ~, μίλα ξεκάθαρα. Άσε τα ~ ~ και στρώσου στη δουλειά., τα λέμε (οικ.): ως έκφραση αποχαιρετισμού: ~ ~ αργότερα/αύριο (πάλι)/στις 9. Άντε γεια! ~ ~. Πβ. θα τα πούμε, τα ξαναλέμε., τι έλεγα/λέγαμε; (προφ.) 1. μετά από διακοπή συζήτησης: Λοιπόν, ~ έλεγα; Α, ναι ... Θυμάστε ~ λέγαμε; 2. ως υπενθύμιση κάποιου πράγματος που έχει ήδη αναφερθεί και που επαληθεύεται από τις περιστάσεις: ~ ~ πριν για ..., τι θα έλεγες/τι λες ...;: ως ευγενική πρόταση: ~ ~ αν αγοράζαμε καινούργιο αυτοκίνητο/για ένα ποτήρι κρασί/να φάμε μαζί (: θα ήθελες να ...);, τι θα πει (προφ.) 1. τι σημαίνει. Πβ. τι εστί. 2. & τι πάει να πει: για να εκφραστεί έντονη αντίρρηση ή αγανάκτηση: Και ~ ~ δεν του αρέσει; Τόσα λεφτά δώσαμε!, τι λέει; (αργκό) 1. τι κάνεις, πώς είσαι; Πβ. πώς πάει; 2. πώς είναι;: ~ ~ η ζωή στην πρωτεύουσα;, τι λες/είπες (τώρα)! (προφ.): κυρ. ως έκφραση έκπληξης ή διαφωνίας: -Μέσα σε δυο χρόνια πήρε προαγωγή. -~ ~! Δεν θες να πας διακοπές; Μα ~ ~!, τι μας λες (τώρα); & καλέ/μωρέ τι μας λες; (προφ.): για να εκφραστεί αντίρρηση ή ειρωνεία, όταν αναφέρεται κάτι αυτονόητο, ήδη γνωστό: ~ ~, ρε άσχετε; Θα μου πεις "~ ~", αφού κι εσύ το ίδιο κάνεις.|| ~ ~; Εμείς κοιμόμαστε όρθιοι; Πβ. κάτι μας είπες (τώρα)!, τι να πω/τι να πει κανείς & τι να λέμε/τι να πούμε τώρα (προφ.): ως έκφραση αμηχανίας, έκπληξης, παράπονου, απαισιοδοξίας: Τι να (σου) πω, δεν ξέρω, τα 'χω χαμένα. Τι να πούμε κι εμείς οι άνεργοι;|| Ό,τι και να λέμε/να πούμε τώρα είναι λίγο., τι σου λέει αυτό; (προφ.): τι καταλαβαίνεις, ποιο συμπέρασμα βγάζεις;: Χρόνια τώρα ζει εκτός Ελλάδος. ~ ~;, τι του λες/τι να του πεις τώρα; (προφ.): ως ήπια έκφραση αποδοκιμασίας, αγανάκτησης, θυμού: Πήγε και τα μαρτύρησε όλα, ~ ~; Πβ. θα σου 'λεγα (τώρα).|| Τι να σου πω τώρα, καημένε μου; Έτσι που τα 'κανες ..., το 'πε και το 'κανε (προφ.): για άμεση πραγματοποίηση των λεγομένων κάποιου. Πβ. αμ' έπος αμ' έργον., του τη λέω (αργκό): αποστομώνω, κάνω παρατήρηση σε κάποιον, τον πειράζω λεκτικά: Του την είπε άσχημα και δεν της ξαναμίλησε. Όλο σου τη λέει (πβ. σου τη μπαίνει, σε τσιγκλάει)! Πβ. κολλώ κάποιον στον τοίχο, ταπώνω, τα χώνω σε κάποιον., (για) να/θα (σου/σας) πω/εξομολογηθώ την αμαρτία μου βλ. αμαρτία, (λέω) το ψωμί ψωμάκι βλ. ψωμί, (να) μην το πεις/πείτε ούτε του παπά βλ. παπάς, (το) είπε το ποίημα βλ. ποίημα, ... και θα πεις κι ένα τραγούδι βλ. τραγούδι, άκου (/κοίτα) να σου πω/ακούστε (κοιτάξτε) να σας πω! βλ. ακούω, άκου (με) που σου λέω! βλ. ακούω, άκου λέει! βλ. ακούω, για να λέμε/πούμε και του στραβού το δίκιο βλ. στραβός, δεν (μας) τα λες καλά βλ. καλά, δεν πα να λες ό,τι θες! βλ. θέλω, δεν σε είπαμε και καμπούρη! βλ. καμπούρης, εγώ τα λέω, εγώ τ' ακούω/μόνος μου τα λέω, μόνος μου τ' ακούω βλ. εγώ, εγώ το λέω του σκύλου μου κι ο σκύλος στην ουρά του βλ. σκύλος, εδώ που τα λέμε βλ. εδώ, είπα και (ε)λάλησα βλ. λαλεί, είπαν του τρελού να χέσει κι εκείνος ξεκωλώθηκε βλ. χέζω, είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα βλ. γάιδαρος, ένα πουλάκι μού είπε/σφύριξε βλ. πουλάκι, έχουμε και λέμε βλ. έχω, έχω να το λέω βλ. έχω, έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα βλ. λέξη, θα πούμε το νερό νεράκι βλ. νερό, θα σου πει ο άλλος/σου λέει ο άλλος βλ. άλλος, θέλεις/τα θες και τα λες (αυτά ή σου ξεφεύγουν); βλ. θέλω, θέλω να πω (μ' αυτό) ότι/πως ... βλ. θέλω, θες να σου πω καμιά βαριά κουβέντα; βλ. θέλω, και/κι ύστερα (σου) λένε βλ. ύστερα, καλά δεν τα λέω; βλ. καλά, κάποιος κάνει/λέει τα δικά του βλ. δικός, λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά/τη γριά και/να θέλει βλ. κοπέλι, λέει/ξέρει κάτι νεράκι βλ. νερό, λέω καλό για κάποιον βλ. καλό, λέω κάτι στα μούτρα (κάποιου) βλ. μούτρο, λέω με το νου μου βλ. νους, λέω τα πράγματα με τ' όνομά τους βλ. όνομα, λέω τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη βλ. σύκο, μέχρι/ώσπου/όσο να πεις κύμινο/κρεμμύδι βλ. κύμινο, μια κουβέντα είπα βλ. κουβέντα, μιλάω/τα λέω έξω από τα δόντια βλ. δόντι, μιλώ/τα λέω(/τα ρίχνω) χύμα και τσουβαλάτα/σταράτα/τσεκουράτα βλ. χύμα, ο καθένας (λέει) το μακρύ του και το κοντό του (/το κοντό του και το μακρύ του) βλ. μακρύς, ό,τι θέλει λέει βλ. θέλω, ονόματα δε(ν) λέμε, υπολήψεις/οικογένειες δε(ν) θίγουμε βλ. όνομα, όποιος είναι έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λέει/ξέρει βλ. χορός, ούτως ειπείν βλ. ούτω(ς), πάει να πει & πα' να πει βλ. πηγαίνω & πάω, πες τα, χρυσόστομε! βλ. χρυσόστομος, πες το ψέματα! βλ. ψέμα, ποτέ μη λες/μην πεις ποτέ βλ. ποτέ, που λέει ο λόγος βλ. λόγος, πώς είπες/είπατε; βλ. πώς, συ είπας βλ. εσύ, τα λέω ένα χεράκι βλ. χεράκι, τα λέω στην πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη βλ. πεθερά, τι έκανε λέει; βλ. κάνω, τι θέλει να πει/τι εννοεί ο ποιητής; βλ. ποιητής, ποιήτρια, τι λέει το πρόγραμμα; βλ. πρόγραμμα, το καλό να λέγεται βλ. καλό, το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του βλ. περδικούλα, το λέω και γεμίζει το στόμα μου βλ. στόμα, το λέω και το ξαναλέω βλ. ξαναλέω, τολμώ να πω βλ. τολμώ, τόσα ξέρει, τόσα λέει βλ. τόσος, φερ' ειπείν βλ. φέρω ● βλ. ειπωμένος [< αρχ. λέγω, μεσν. λέω]

μαλλί

μαλλί μαλ-λί ουσ. (ουδ.) {μαλλ-ιού} 1. {συνήθ. στον πληθ.} το σύνολο των τριχών που καλύπτουν το πάνω και πίσω μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού: άσπρα/γκρίζα/καστανά/κόκκινα/μαύρα/ξανθά ~ιά. Αραιά/γερά/δεμένα/ίσια/κατσαρά/κοντά/λαμπερά/λυτά/μακριά/ξηρά/πλούσια/πυκνά/σγουρά/σπαστά/ταλαιπωρημένα/υγιή/φουντωτά ~ιά. Άβαφα/άλουστα/απεριποίητα/βρεγμένα/λουσμένα ~ιά. ~ιά με ανταύγειες/μπούκλες/όγκο. Σαμπουάν για αδύναμα/ευαίσθητα/κανονικά/λεπτά/λιπαρά ~ιά. Κοκαλάκι/λακ/λοσιόν/σεσουάρ για τα ~ιά. Αξεσουάρ/απώλεια/βαφές/βούρτσα/ζελέ/θεραπεία/ισιωτική/κόψιμο/κρέμα/μαλακτικό/μεταμόσχευση/περιποίηση/πιστολάκι/προσθετική/σπρέι/στέγνωμα/τούφα/τύπος/χρώμα ~ιών. Έφτιαξα/χτένισα το ~/τα ~ιά μου. Έπιασε τα ~ιά της με τσιμπιδάκι. 2. {συνήθ. στον εν.} τρίχωμα ζώων, που συχνά αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας: αγνό/ακατέργαστο/απαλό/παρθένο/πρόβειο/συνθετικό/φυσικό ~. Ρούχα/υφάσματα από ~ (= μάλλινα). Γνέσιμο/επεξεργασία/παραγωγή/ποιότητα ~ιού. || Ορυκτό ~ (= πετροβάμβακας). ● Υποκ.: μαλλάκι (το) {συνήθ. στον πληθ.} ● ΣΥΜΠΛ.: μαλλί της γριάς: ΖΑΧΑΡ. είδος γλυκίσματος, κυρ. για παιδιά, από νήματα λιωμένης ζάχαρης που τυλίγονται γύρω από ένα ξυλάκι., μαλλιά αγγέλου: είδος φιδέ. [< αγγλ. angel-hair pasta, 1981] , στεγνωτήρας μαλλιών βλ. στεγνωτήρας ● ΦΡ.: μαλλιά κουβάρια (προφ.): για έντονη αντιπαράθεση ή σύγχυση: Έγιναν ~ ~ (= μύλος) λόγω οικονομικών διαφορών.|| Τα 'χω κάνει ~ ~ (= μαντάρα) στο μυαλό μου. ΣΥΝ. άνω-κάτω (2), κουλουβάχατα, μαλλιοκούβαρα, πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος (παροιμ.): προσπάθησε να κερδίσει κάτι και τελικά ζημιώθηκε., πιάνομαι μαλλί με μαλλί {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (προφ.): μαλλιοτραβιέμαι., πόσο πάει το μαλλί; (μτφ.-ειρων.): πόσο κάνει/κοστίζει;, σαν της τρελής τα μαλλιά (σπάν.-προφ.): για χώρο όπου επικρατεί ακαταστασία: Το δωμάτιό του ήταν ~ ~. ΣΥΝ. άνω-κάτω (1), τα μαλλιά της κεφαλής μου/σου/του (προφ.): τα μαλλιοκέφαλά μου., αρπάζω την ευκαιρία (από τα μαλλιά) βλ. ευκαιρία, αφήνω μούσι/μουστάκι/γένια/μαλλιά βλ. αφήνω, κλάνω μαλλί/μέντες/πατάτες βλ. κλάνω, ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά (του) πιάνεται βλ. πνίγω, τραβάω τα μαλλιά μου βλ. τραβώ, τραβηγμένος από τα μαλλιά βλ. τραβηγμένος [< μεσν. μαλλίν < μτγν. μαλλίον]

μάραθο

μάραθο μά-ρα-θο ουσ. (ουδ.) & μάραθος (ο): ΒΟΤ. ποώδες αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Foeniculum vulgare), αυτοφυές ή καλλιεργούμενο, που χρησιμοποιείται κυρ. στη μαγειρική (ως καρύκευμα) και τη φαρμακευτική: ένα ματσάκι ~. Σπόροι ~ου. Σουπιές με ~. Κατσικάκι με ψιλοκομμένα ~α. Πβ. φινόκιο. Βλ. άνηθος. ● ΦΡ.: σαν τα μάραθα!: (ειρων.-προφ.) σε κάποιον που εμφανίζεται απρόσμενα ή μετά από πολύ καιρό: Βρε ~ ~! Πού ήσουν όλη μέρα; ΣΥΝ. σαν τα χιόνια! [< αρχ. μάραθον, μάραθος]

μέρα

μέρα μέ-ρα ουσ. (θηλ.) {μερών} (προφ.) : ημέρα. ● Υποκ.: μερούλες (οι) {σπάν. στον εν. μερούλα} (προφ.): για να δηλωθεί σύντομο χρονικό διάστημα, μικρή διάρκεια: Κάνε αίτηση και σε δυο/λίγες ~ (το πολύ) θα το 'χεις στα χέρια. ● ΣΥΜΠΛ.: άγιες μέρες & Άγιες ημέρες: για σημαντικές γιορτές, συνήθ. η περίοδος των Χριστουγέννων και του Πάσχα: Έρχονται ~ ~. Πού θα περάσετε τις ~ ~;, επόμενη μέρα: η μέρα ή κυρ. η περίοδος που ακολουθεί ένα σημαντικό ή καταστροφικό γεγονός ως προς τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία ή την ανθρωπότητα: η ~ ~ των εκλογών/μετά τον σεισμό., αλκυονίδες (μέρες) βλ. αλκυονίδες, αποφράδα μέρα βλ. αποφράδα, άσπρη μέρα βλ. άσπρος, γιορτάρες μέρες βλ. γιορτάρης, η (η)μέρα της μαρμότας βλ. μαρμότα, χάπι της επόμενης μέρας βλ. χάπι, χρονιάρες μέρες βλ. χρονιάρης ● ΦΡ.: από μέρα σε μέρα: μέσα στις επόμενες μέρες, σύντομα: Θα έρθει/τον περιμένω ~ ~., από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη & (σπάν.) από τη μια ώρα στην άλλη: σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ξαφνικά: Μπορεί να καταφτάσει ~ ~ (πβ. όπου να 'ναι). Το κακό μπορεί να συμβεί ~ ~. [< γαλλ. d'un moment/jour à l'autre] , βρήκες τη μέρα/μέρα που βρήκες να ...! (προφ.): για ακατάλληλη μέρα: ~ ~ να λείπεις ...!, βρίσκω/πετυχαίνω κάποιον σε καλή/κακή μέρα ή είμαι σε καλή/κακή μέρα: για καλή/κακή διάθεση ή απόδοση κάποιου (μια συγκεκριμένη μέρα): Με βρήκες/με πέτυχες σε κακή μέρα (= δεν είναι η μέρα μου σήμερα)., για μια μέρα: (για ισχύ, φήμη) όσο διαρκεί μια μέρα: δωρεάν μετακίνηση/ήρωας ~ ~., δεν είναι η μέρα μου (σήμερα)!: δεν είμαι σε καλή ψυχική διάθεση ή αντιμετωπίζω αναποδιές (σήμερα): Πβ. δε(ν) με θέλει.|| (με κατάφαση) Είναι η μέρα μου (σήμερα) (= μου πάνε όλα καλά, έχω επιτυχίες)!, είμαι στις μέρες μου: είμαι ετοιμόγεννη., έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα δική μου: έχω τη συγκεκριμένη μέρα ελεύθερη (μη εργάσιμη), ώστε να τη διαθέσω όπως θέλω., έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα μπροστά μου: έχω πολύ χρόνο ακόμα μέχρι να βραδιάσει, επομένως μπορώ να κάνω κάτι χωρίς βιασύνη: Πρέπει να ξεκινήσουμε νωρίς, για να έχουμε ~ μας!, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται (παροιμ.): η καλή εξέλιξη φαίνεται από την αρχή., η μέρα με τη νύχτα: για να δηλωθεί η (απόλυτη) αντίθεση ή διαφορά ανάμεσα σε πρόσωπα ή καταστάσεις, απόψεις: Διαφέρουν όσο ~ ~., κάθε μέρα και καλύτερα: για σταδιακή, διαρκή βελτίωση: Αισθάνομαι/πηγαίνω ~ ~ (= καλυτερεύω, βελτιώνομαι)., κάθε χρόνο τέτοια μέρα: για κάτι που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο την ίδια μέρα: Μας θυμούνται ~ ~., κι αύριο μέρα (του Θεού) είναι: μπορούμε και αύριο να κάνουμε κάτι που δεν προλάβαμε ή δεν μπορέσαμε σήμερα: Δεν βαριέσαι! ~ ~!, μέρα με τη μέρα & μέρα με την ημέρα: καθώς περνά ο καιρός, σταθερά: Η κατάστασή του βελτιώνεται/επιδεινώνεται ~ ~., μέρα παρά μέρα: ανά δύο εικοσιτετράωρα: Ξεσκονίζει ~ ~., μέρα που είναι/που 'ναι: σε μια τόσο σημαντική μέρα: Έλα τώρα, ~ ~, μην είσαι στενοχωρημένος!, μέρα-νύχτα & νύχτα-μέρα: διαρκώς, αδιάκοπα, ακατάπαυστα: Διαβάζει/δουλεύει ~ ~. ΣΥΝ. μερόνυχτα, νυχθημερόν, μου φτιάχνει/μου χαλάει τη μέρα: με κάνει να νιώθω ωραία/να στενοχωρηθώ: Μου 'φτιαξες τη ~ με τα αστεία/με το χαμόγελό σου!, οι μέρες του είναι λίγες/μετρημένες: για πρόσωπο που πρόκειται να πεθάνει σύντομα ή κυρ. να αποπεμφθεί ή να αντικατασταθεί ή για κάτι που δεν έχει μέλλον, που θα πάψει να υφίσταται: ~ ~ στη δουλειά/στην ομάδα., πηγαίνει καλά η μέρα (μου): συμβαίνουν ευχάριστα γεγονότα εντός του εικοσιτετραώρου: Το πρωί ακούει λίγη μουσική, για να πάει ~ της., σαν να μην πέρασε μια μέρα: για κάποιον ή κάτι που παραμένει αμετάβλητο(ς), αναλλοίωτο(ς) στο πέρασμα του χρόνου: ~ ~ από την τελευταία φορά που την είχα δει., σώθηκαν οι μέρες του: πέθανε ή είναι ετοιμοθάνατος. ΣΥΝ. έσβησε το καντήλι του, τελείωσαν/τέλειωσαν οι μέρες του 1. (για πρόσ.) πέθανε. 2. (για πράγμα) δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί, είναι άχρηστο. Πβ. τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του., την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! (υβριστ.): ως κατάρα. ΣΥΝ. τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο!, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου: ξοδεύω τον χρόνο μου χωρίς ικανοποιητικό αποτέλεσμα: Έφαγα/έχασα τη μέρα μου, προσπαθώντας να βρω τα κλειδιά μου/για να τακτοποιήσω το σπίτι. Άδικα πήγε η μέρα μου!, δεν είναι κάθε μέρα τ' Άι-Γιαννιού/Πασχαλιά/Κυριακή/γιορτή βλ. Πασχαλιά2, έγινε η νύχτα μέρα/έκαναν τη(ν) νύχτα μέρα βλ. νύχτα, έκανε/έχει κάνει τη νύχτα μέρα βλ. νύχτα, μέρα μεσημέρι βλ. μεσημέρι, μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες βλ. μετρώ, μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες βλ. μετρώ, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, οι καιροί είναι πονηροί/οι μέρες είναι πονηρές βλ. πονηρός, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, τι μέρα (μου) ξημερώνει! βλ. ξημερώνω [< μεσν. μέρα]

μπαστούνι

μπαστούνι [μπαστοῦνι] μπα-στού-νι ουσ. (ουδ.) {μπαστουν-ιού} 1. ράβδος που χρησιμοποιείται συνήθ. από ηλικιωμένους ή αρρώστους ως βοήθημα στη βάδιση: μεταλλικό/ξύλινο/ορθοπεδικό ~. Λαβή ~ιού. Το λευκό πτυσσόμενο ~ των τυφλών. Βλ. πατερίτσα.|| Αντικλεπτικό ~ αυτοκινήτου. ΣΥΝ. βακτηρία, μαγκούρα 2. ΑΘΛ. εξάρτημα αγωνισμάτων με ανάλογο σχήμα: το ~ του γκολφ/πόλο/σκι/σόφτμπολ/χόκεϊ.|| ~ ορειβασίας. Πβ. μπατόν. 3. μία από τις τέσσερις κατηγορίες χαρτιών στην τράπουλα με διακριτικό σύμβολο την αιχμή ακοντίου και ειδικότ. το ίδιο το σύμβολο: άσος/βαλές/επτά/ντάμα/ρήγας ~. Βλ. καρό, κούπα, σπαθί. ΣΥΝ. πίκα (3) 4. ΝΑΥΤ. προεξέχον δοκάρι στην πλώρη ιστιοφόρου πλοίου. Βλ. -ούνι. ΣΥΝ. πρόβολος (2) ● Υποκ.: μπαστουνάκι (το) 1. μικρό μπαστούνι. 2. (κυρ. για τρόφιμα) μικρό και λεπτό κομμάτι που μοιάζει με μπαστούνι: ~ βανίλια(ς)/κανέλας. Πατάτες/πιπεριές κομμένες σε ~ια ή ροδέλες.|| (ΖΑΧΑΡ.) Αλμυρά ~ια. ~ια πορτοκαλιού/σοκολάτας. Βλ. μπατόν-σαλέ. ● Μεγεθ.: μπαστούνα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: σαν να έχει καταπιεί μπαστούνι (συνήθ. ειρων.): για όρθια, ίσια στάση του κορμού: Κάθεται/στέκεται ~ ~ (= άκαμπτος ή αυστηρός)., τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια βλ. βρίσκω, φάντης μπαστούνι βλ. φάντης [< ιταλ. bastone]

μύγα

μύγα μύ-γα ουσ. (θηλ.) {μυγών}: ΖΩΟΛ. κοινό όνομα διαφόρων ειδών εντόμων της τάξης των διπτέρων, με χαρακτηριστικότερο είδος τη μυία την οικιακή (επιστ. ονομασ. Musca domestica), που έχει έξι πόδια, δύο φτερά, μαύρο χρώμα, κιτρινωπή κοιλιά, δύο μεγάλα σύνθετα μάτια και κοντή προβοσκίδα: ~ της Μεσογείου & μεσογειακή ~/της ελιάς (= δάκος). Ισπανική ~ (= κανθαρίδα). Βλ. αλογό-, κρεατό-, χρυσό-μυγα, τσε τσε. ● Υποκ.: μυγίτσα (η), μυγούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κατηγορία μύγας: ΑΘΛ. μεσαία κατηγορία βάρους (περ. 51 κιλά) στην πυγμαχία. [< αγγλ. flyweight, 1911] , μύγα των φρούτων/του ξιδιού: ΖΩΟΛ. δροσόφιλα. [< αγγλ. fruit fly, γαλλ. mouche du vinaigre] ● ΦΡ.: (κολλάω) σαν τη μύγα (μες) στο μέλι: για κάποιον που προσκολλάται, αφοσιώνεται σε κάτι, συνήθ. ευχάριστο: Υπάρχουν άνθρωποι που, όταν δουν δημοσιότητα, πέφτουν ~ ~., βαράω/κυνηγάω/σκοτώνω μύγες (μτφ.-προφ.): (κυρ. για επιχείρηση) δεν έχω δουλειά, πελατεία και γενικότ. χάνω τον χρόνο μου, είμαι αργόσχολος: Το μαγαζί τις καθημερινές ~ει ~. Το προσωπικό δεν έχει τι να κάνει, ~ει ~. Πβ. κάθομαι, τεμπελιάζω., δεν σηκώνει/δεν δέχεται μύγα στο σπαθί του: δεν δέχεται κουβέντα, κριτική. ΣΥΝ. έχει λυμένο/λυτό το ζωνάρι του για καβγά, έχω τη μύγα (του ...) (προφ.): έχω σε έντονο βαθμό ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: ~ ~ της αμφιβολίας/του γραψίματος/της ειρωνείας., θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι (παροιμ.): για αναμενόμενη καταστροφική σύγκρουση., κάνω τη μύγα βόδι: μεγαλοποιώ μια κατάσταση. ΣΥΝ. κάνω την τρίχα τριχιά, σαν τις μύγες: πολλοί μαζί: Οι άνθρωποι στον Τρίτο Κόσμο πεθαίνουν ~ ~ από ασθένειες. Πβ. σωρηδόν., σαν τις μύγες στο σκατό (λαϊκό-μειωτ.): για πλήθος ανθρώπων που έλκονται από κάτι προσοδοφόρο: Έπεσαν πάνω στο πλιάτσικο ~ ~., βγάζει από/απ' τη μύγα ξίγκι βλ. ξίγκι, έκανε (και) η μύγα κώλο και/κι’ έχεσε τον κόσμο όλο βλ. κώλος, όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται βλ. μυγιάζομαι, ούτε κουνούπι/μύγα βλ. κουνούπι, σαν τη μύγα μες στο γάλα βλ. γάλα, τον βλέπει σαν μύγα/κουνούπι βλ. βλέπω, τον τσίμπησε (μύγα) τσε τσε/μύγα/αλογόμυγα βλ. τσετσέ, χάφτω μύγες βλ. χάφτω [< μεσν. μύγα]

νερό

νερό νε-ρό ουσ. (ουδ.) 1. υγρή χημική ένωση (H2Ο), άχρωμη, άοσμη και άγευστη, η οποία είναι η περισσότερο διαδεδομένη στη Γη, υπάρχει σε όλα τα ζώα και τα φυτά, καθώς και στις τροφές και είναι απαραίτητη για την επιβίωση των ζωντανών οργανισμών: ανακυκλωμένο/απιονισμένο/αφαλατωμένο/βρόμικο/γλυφό/διαυγές/δροσερό/εδαφικό/εμφιαλωμένο (ΑΝΤ. ~ της βρύσης)/επιτραπέζιο/θολό/καθαρό/πόσιμο/φρέσκο ~. Το ~ της βροχής (βρόχινο ~)/θάλασσας (θαλασσινό ~). Η στάθμη του ~ού. Διαρροή/κατανάλωση ~ού. Μια κανάτα/ένα λίτρο/μια σταγόνα ~/~ού. Αντλία/ποτήρια/φίλτρο ~ού. Στρώμα ~ού/με ~. Το ~ παγώνει στους μηδέν βαθμούς Κελσίου και βράζει στους εκατό. Υποβάθμιση της ποιότητας του ~ού. Τα αποθέματα ~ού εξαντλούνται (βλ. λειψυδρία). Πιες (λίγο) ~, να ξεδιψάσεις. Στραγγίζω/χύνω το ~. Πλένομαι με (ζεστό) ~. Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται κατά τα δύο τρίτα από ~. ΣΥΝ. ύδωρ 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} έκταση ή μάζα νερού που σχηματίζει θάλασσα, ποταμό ή λίμνη· βροχή: γάργαρα/επιφανειακά/ιαματικά/κρυστάλλινα/μολυσμένα/ορμητικά/παγωμένα/παράκτια/υπόγεια ~ά. Άφθονα πηγαία/τρεχούμενα ~ά. Απορροή/αποστράγγιση/συγκράτηση/υπεράντληση των ~ών. Περιοχή με πυκνή βλάστηση και πολλά ~ά. Παραλία με καταγάλανα ~ά. Κάνω μπάνιο/κολυμπώ σε διάφανα/ήρεμα/ήσυχα/ρηχά ~ά. Ασκήσεις/παιχνίδια (μέσα) στο ~ (βλ. υγρό στοιχείο). Έχασε την ισορροπία του και βρέθηκε στο ~.|| Έριξε πολύ ~. Φέτος δεν είχαμε πολλά ~ά (= βροχοπτώσεις). 3. σύνδεση με το δίκτυο ύδρευσης· συνεκδ. η σχετική παροχή και ο αντίστοιχος λογαριασμός: οικόπεδο με φως και ~.|| Κόπηκε το ~. Ανοίγω/κλείνω το ~ (= τον διακόπτη παροχής).|| 'Ηρθε το ~. Πλήρωσες το ~; Βλ. Ε.ΥΔ.Α.Π., ρεύμα, τηλέφωνο. 4. (κατ' επέκτ.-προφ.) υγρό που μοιάζει με νερό: Το κορμί του έσταζε ~ (= ιδρώτα). Η μύτη μου τρέχει ~ (= αραιή βλέννα).|| Η σούπα είναι σκέτο ~ (= νεροζούμι)! Το αντηλιακό έχει γίνει ~. 5. (προφ.) βράση, πλύση, ξέβγαλμα: Βράζουμε τα πορτοκάλια δύο ~ά.|| Το τελευταίο ~ απ' το πλυντήριο (βλ. γκρίζο ~). Στο δεύτερο ~, προσθέτετε μαλακτικό. Δώσε μου το μπλουζάκι σου να το περάσω ένα ~ (= να το πλύνω)!νερά (τα) 1. αποχρώσεις ή ραβδώσεις επιφάνειας: κάθετα/οριζόντια ~. ~ ξύλου/πετρώματος/υφάσματος. Λευκό μάρμαρο με γκρι ~. Καπάκι ντουλαπιού με αραιά/πυκνά ~. Καπλαμάς που μιμείται τα φυσικά ~ της οξιάς. 2. (για πλεούμενο) ίσαλος γραμμή, ίσαλα ή απόνερα. ● Υποκ.: νεράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: (φυσικό) μεταλλικό νερό: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πλούσιο σε μεταλλικά στοιχεία (μαγνήσιο, κάλιο, νάτριο, ασβέστιο), το οποίο προέρχεται από υπόγεια πηγή, όπου και εμφιαλώνεται: ανθρακούχο ~ ~. [< γαλλ. eau minérale] , (το) αμίλητο νερό βλ. αμίλητος, άγνωστα νερά βλ. άγνωστος, αθάνατο νερό/αθάνατο βοτάνι βλ. αθάνατος, απεσταγμένο/αποσταγμένο νερό βλ. αποσταγμένος, βαρύ ύδωρ βλ. ύδωρ, γκρίζο νερό βλ. γκρίζος, γλυκό νερό βλ. γλυκός, λιμνάζοντα νερά/ύδατα βλ. λιμνάζων, μαλακό νερό βλ. μαλακός, σκληρό νερό βλ. σκληρός, στάσιμα νερά βλ. στάσιμος ● ΦΡ.: (μες) στο νερό: (για υπολογισμό κατά προσέγγιση του ελάχιστου χρονικού ή ποσοτικού σημείου) σίγουρα: Θα σου κοστίσει χίλια ευρώ ~ ~. Θα μου πάρει ένα τρίμηνο ~ ~ να βρω αντικαταστάτη., (ούτε) ένα ποτήρι νερό: επικριτικά για πλήρη έλλειψη φροντίδας, αλληλεγγύης, φιλοξενίας: Τόσα έκανα γι' αυτούς κι εκείνοι ούτε ~ ~ δεν μου πρόσφεραν., βάζει/μπάζει νερά/νερό (οικ.): επιτρέπει την είσοδο νερού λόγω ανοίγματος, τρύπας ή προβλήματος στην κατασκευή· κατ' επέκτ. έχει αδύνατα σημεία: Το αυτοκίνητο/το παράθυρο/το πλοίο/η στέγη/το υπόγειο ~ ~.|| (μτφ.) Η επιχειρηματολογία σου ~ ~ και δεν πείθει., έξω από τα νερά μου: για κατάσταση αμηχανίας, ιδ. σε άγνωστο περιβάλλον: Αισθάνομαι λίγο ~ ~. Πβ. έξω από το στοιχείο μου, έχασε τα νερά του, σαν (το) ψάρι έξω απ' το νερό.|| Η πληθώρα επιλογών με βγάζει ~ ~ (: με αποπροσανατολίζει, με μπερδεύει)., θα πούμε το νερό νεράκι (προφ.): θα διψάσουμε πολύ: Με τη μεγάλη ανομβρία που έχουμε φέτος, φοβάμαι ότι ~ ~!, κάνει νερά (προφ.) 1. (για πλεούμενο) μπάζει νερά από άνοιγμα· κατ' επέκτ. για αρνητική εξέλιξη, αντίθετα από τις προσδοκίες: Το σκάφος ~ ~ και υπάρχει κίνδυνος να αναποδογυρίσει.|| (μτφ.) Υποσχέθηκε πως θα μου δώσει προαγωγή, αλλά τελευταία μου ~ ~. 2. δεν έχει ευκρίνεια, καθαρότητα: Η τηλεόραση/η ψηφιακή μηχανή μου ~ ~.|| Το χρώμα ~ ~., λέει/ξέρει κάτι νεράκι (προφ.): απέξω (κι ανακατωτά): Είπε/ήξερε το μάθημα ~., μαθαίνω νεράκι (προφ.): αποστηθίζω., πάω/πηγαίνω με τα νερά κάποιου (προφ.): προσαρμόζομαι, συμμορφώνομαι με τις απόψεις ή τις επιθυμίες του: ~ ~ του, δεν του πηγαίνω κόντρα., πάω/πηγαίνω προς νερού μου (λαϊκό): πάω να ουρήσω., πίνω νερό στο όνομα κάποιου (προφ.): τον σέβομαι πολύ, τον εκτιμώ., σαν (το) νερό: για αβίαστη ροή, γρήγορα: Οι μέρες κύλησαν ~ ~ κι έφτασε το τέλος των διακοπών. Η ζωή φεύγει/τα χρόνια περνάνε ~ ~., σαν τα κρύα (τα) νερά & (σπάν.) σαν το κρύο (το) νερό: για νεαρό, όμορφο άτομο (συνήθ. κοπέλα)., σπάνε τα νερά (προφ.): (για έγκυο) σπάει ο σάκος με το αμνιακό υγρό, αρχίζει η διαδικασία της γέννας. , ταράζω τα νερά & (λόγ.) τα ύδατα (μτφ.): προκαλώ αναστάτωση, ανατροπή: Καινοτόμος θεωρία που ~ξε ~ της επιστήμης. Η ανατρεπτική παρέμβασή τους ~ει τα βαλτωμένα/ήρεμα/λιμνάζοντα ~ του κατεστημένου., φέρνω κάποιον στα νερά μου (προφ.): τον κάνω να συμφωνήσει μαζί μου, να ταχθεί με το μέρος μου: Πες πες, την έφερε ~ του. ΣΥΝ. φέρνω βόλτα (2), (μοιάζουν) σαν δυο σταγόνες νερό βλ. σταγόνα, (όσα είπαμε) νερό κι αλάτι βλ. αλάτι, βάζω νερό στο κρασί μου βλ. κρασί, βάζω/μπήκε το νερό στ' αυλάκι βλ. αυλάκι, δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό βλ. άγγελος, δίχως νερό ο μύλος δεν αλέθει βλ. μύλος, έφτασε/πήγε στη βρύση/στην πηγή, αλλά δεν ήπιε νερό βλ. βρύση, έχασε τα νερά του βλ. χάνω, ήπιε το αμίλητο νερό βλ. αμίλητος, θολώνω τα νερά βλ. θολώνω, ίσα βάρκα, ίσα νερά βλ. ίσος, κάνω μια τρύπα στο νερό βλ. τρύπα, κολυμπάει/έπεσε σε βαθιά νερά/στα βαθιά (νερά) βλ. κολυμπώ, κουβαλάει νερό στον μύλο κάποιου βλ. κουβαλώ, κύλησε/θα κυλήσει πολύ νερό στο/στ' αυλάκι βλ. αυλάκι, πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό βλ. πνίγω, πολλές φορές πάει η στάμνα για νερό, μία πάει και δε(ν) γυρίζει βλ. στάμνα, ρίχνει (νερό)/πέφτει νερό με το τουλούμι βλ. τουλούμι, σαν (το) ψάρι έξω απ' το νερό βλ. ψάρι, σε ρηχά νερά/στα ρηχά βλ. ρηχός, σηκώνει (πολύ) νερό βλ. σηκώνω, στα βαθιά/στα (/σε) βαθιά νερά βλ. βαθύς, το αίμα νερό δεν γίνεται βλ. αίμα, το νερό της λησμονιάς/λήθης βλ. λησμονιά, του γλυκού νερού βλ. γλυκός, ψαρεύω σε θολά νερά βλ. θολός [< μεσν. νερό(ν) < μτγν. νηρόν (ὕδωρ) ‘φρέσκο νερό’, γαλλ. eau, αγγλ. water, γερμ. Wasser]

νύφη

νύφη νύ-φη ουσ. (θηλ.) {νυφών} 1. γυναίκα την ώρα του γάμου της ή νεόνυμφη ή μελλόνυμφη: μέλλουσα ~. Βλ. γαμπρός, νυφικό. 2. κοπέλα σε ηλικία γάμου ή υποψήφια σύζυγος: περιζήτητη/πλούσια/πολύφερνη ~. Ψάχνει να βρει ~. 3. {λαϊκό πληθ. νυφάδες} η γυναίκα του αδερφού ή του γιου κάποιου. ● Υποκ.: νυφούλα (η) (οικ.): (ευχετ.) Να δεις/να καμαρώσεις την κόρη σου (ντυμένη) ~! Άντε και ~!|| (μτφ.-λογοτ.) Η αμυγδαλιά ντύθηκε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: η νύ(μ)φη του Θερμαϊκού βλ. Θερμαϊκός ● ΦΡ.: όπως η/σαν τη νύφη με την πεθερά: για να δηλωθεί ότι δύο πρόσωπα, συνήθ. γυναίκες, τσακώνονται συνέχεια: Μαλώνουν/τρώγονται ~ ~. ΣΥΝ. σαν τον σκύλο με τη γάτα, σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) (παροιμ.): η διαφορετική γνώμη ή οι αντιρρήσεις τρίτων προσώπων δεν είναι ικανές να σταθούν εμπόδιο στην πραγματοποίηση της επιθυμίας των άμεσα ενδιαφερομένων., ντύνομαι γαμπρός/νύφη βλ. ντύνω, όλα του γάμου δύσκολα (κι η νύφη γκαστρωμένη) βλ. γάμος, πληρώνω τα σπασμένα/τη νύφη/το μάρμαρο βλ. πληρώνω, τα λέω στην πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη βλ. πεθερά [< μεσν. νύφη < αρχ. νύμφη]

Ονούφριος

Ονούφριος [Ὀνούφριος] Ο-νού-φρι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου κ. -ίου}: μόνο στη ● ΦΡ.: σαν τον Άγιο/Όσιο Ονούφριο: για πρόσωπο πολύ αδύνατο και αδύναμο. [< μτγν. Ὀνούφριος]

όσιος

όσιος, α, ο [ὅσιος] ό-σι-ος επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. {στο αρσ. όσιος κ. στο θηλ. οσία} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ο): προσωνυμία ασκητή, ερημίτη που αφοσιώθηκε στον Θεό, έζησε κατά Χριστόν και για τον λόγο αυτό καθαγιάστηκε από την Εκκλησία: ~οι: Πατέρες. Ο βίος/η κοίμηση/τα λείψανα/η Μονή/το ιερό προσκύνημα του οσίου ...|| (ως ουσ.) Σύγχρονοι ~οι της Ορθοδοξίας. Βλ. άγιος, μάρτυρας. 2. (σπάν.) ευσεβής, ενάρετος: ~α: ζωή/πράξη. ΣΥΝ. άγιος (5) ● ΦΡ.: κάνω/παριστάνω την οσία (Μαρία): για πρόσωπο που προσποιείται ότι είναι αθώο και σεμνό., σαν την οσία (Μαρία): με αθώο ύφος: Καθόταν ~ ~., δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο βλ. ιερός, τα ιερά και τα όσια βλ. ιερός [< μτγν. ὅσιος]

παιδί

παιδί παι-δί ουσ. (ουδ.) {παιδ-ιού | -ιών} 1. νεαρό άτομο από τη στιγμή της γέννησής του, και κυρ. μετά τη βρεφική ηλικία, μέχρι την εφηβεία ή/και την ενηλικίωση: ανάγωγο/άτακτο/γελαστό/δυσλεξικό/έξυπνο/ζωηρό/κακομαθημένο/μεγάλο/μικρό/ντροπαλό/ορφανό/συνεσταλμένο/υπάκουο/υπερκινητικό/χαϊδεμένο ~. Άπορα/εξαφανισμένα ~ιά. ~ιά του δημοτικού. ~ιά με αυτισμό/ειδικές ανάγκες. Σπαστικά ~ιά. Ανάπτυξη/ανατροφή/διαπαιδαγώγηση/διατροφή/δικαιώματα/κοινωνικοποίηση/η προσωπικότητα/υγεία του ~ιού. Υιοθεσία ενός ~ιού (βλ. παρα-, ψυχο-παίδι). Φεστιβάλ ~ιού. Η (Παγκόσμια) Ημέρα του ~ιού (11 Δεκεμβρίου). Θηλάζω/μεγαλώνω/ταΐζω το ~ (βλ. βρέφος, μωρό, νεογέννητο). Σχέσεις γονέων-~ιών. Ασφάλεια των ~ιών στο διαδίκτυο. Δημιουργική απασχόληση ~ιών. Συναισθηματική υποστήριξη των καρκινοπαθών ~ιών. Βιβλία/παιχνίδια για ~ιά. Βλ. παιδάκι, παιδαρέλι, παίδαρος, διαβολό-, βουτυρό-, τρελό-παιδο.|| (ειδικότ.) Έχασε το ~ (= απέβαλε). Προστασία του αγέννητου ~ιού. Πβ. έμβρυο. 2. γιος ή κόρη κάποιου· απόγονος: βιολογικό (= φυσικό) ~. Γέννησε/έφερε στον κόσμο το πρώτο της/ένα υγιέστατο ~. Πατέρας τριών ~ιών. Το αγάπησαν σαν πραγματικό τους ~ (: υιοθετημένο ~). Δεν έκανε/έχει ~ιά (= δεν τεκνοποίησε). Πβ. τέκνο. Βλ. στερνοπαίδι.|| (για ζώα) Η γάτα και τα ~ιά της (πβ. νεογνό). 3. άνθρωπος νεαρής συνήθ. ηλικίας· αγόρι (για σχέση): Είναι καλό/χρυσό ~.|| (για νεαρό άτομο εντυπωσιακά όμορφο) Τι ~ είναι αυτό! Πβ. κούκλος, παίδαρος· κούκλα, κορίτσαρος.|| Γνώρισα ένα ~. Τα έχω/τα έφτιαξα με ένα ~. 4. {συνήθ. στον πληθ.} ως οικεία προσφώνηση προς άτομα ανεξαρτήτως ηλικίας: Καλώς τα ~ιά! ~ιά, ησυχία! 5. ενήλικος που παρουσιάζει στοιχεία παιδικότητας: Είναι ένα μεγάλο ~ (: αθώος, ειλικρινής, απλός, απροσποίητος). (μειωτ.) Μη γίνεσαι/μην είσαι ~ (πβ. ανώριμος, αφελής, εύπιστος)! 6. (+ γεν.) (μτφ.) γέννημα, θρέμμα· δημιούργημα: (για πρόσ.) Είναι ~ της εκκλησίας/της εποχής του/της μεταπολίτευσης.|| ~ της ανάγκης/του καπιταλισμού. Πβ. προϊόν. ΣΥΝ. τέκνο (2) 7. (σε καταστήματα, γραφεία, εστιατόρια) νεαρός υπάλληλος που εκτελεί δευτερεύουσες, βοηθητικές εργασίες: ~, να παραγγείλουμε (πβ. γκαρσόν);|| (συχνά χιουμορ.-ειρων.) ~ για όλες τις δουλειές. ● ΣΥΜΠΛ.: η ώρα του παιδιού: (συνήθ. για κατάσταση, δραστηριότητα) που δεν αντιμετωπίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα και προσοχή: Λίγο έλειψε το μάθημα να γίνει ~ ~., κέντρο προστασίας παιδιών: ίδρυμα που παρέχει φιλοξενία, εκπαίδευση και ψυχαγωγία σε ανήλικα άτομα 3-12 ετών, τα οποία αποδεδειγμένα στερούνται οικογενειακής προστασίας. ΣΥΝ. παιδόπολη, παιδί/τέκνο του λαού (προφ.): λαϊκός άνθρωπος: γνήσιο ~ ~. [< γαλλ. enfant du peuple] , παιδιά των φαναριών: αυτά που επαιτούν, πουλούν ή προσφέρουν κάποια υπηρεσία σε οδηγούς οχημάτων που έχουν σταματήσει σε φανάρια: τα ξυπόλυτα ~ ~., προβληματικό παιδί: με κινητικά ή/και διανοητικά προβλήματα., το τρομερό παιδί: νέος ή νέα που διακρίνεται για το μεγάλο του ταλέντο ή/και τους προκλητικούς, συχνά, νεωτερισμούς του/της: Είναι ~ ~ του κινηματογράφου/της λογοτεχνίας/της τέχνης. [< γαλλ. l'enfant terrible] , άνθρωπος/παιδί της πιάτσας βλ. πιάτσα, παιδί της μαμάς βλ. μαμά, παιδί του δρόμου βλ. δρόμος, παιδί του σωλήνα βλ. σωλήνας, παιδιά των λουλουδιών βλ. λουλούδι, παιδί-θαύμα βλ. θαύμα, παιδική κακοποίηση & κακοποίηση παιδιών βλ. κακοποίηση, προστατευόμενο μέλος/παιδί/τέκνο βλ. προστατευόμενος, σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού βλ. σύνδρομο ● ΦΡ.: από παιδί: από την παιδική ηλικία: ~ ~ ασχολείται με τη μουσική. Πβ. παιδιόθεν., δικό μας παιδί: για κάποιον που κατάγεται από τον ίδιο με εμάς τόπο ή προέρχεται από τον ίδιο με εμάς επαγγελματικό, ιδεολογικό, πολιτικό χώρο ή με τον οποίο μας συνδέει φιλική ή άλλου είδους σχέση: Ζει τόσα χρόνια στη χώρα μας, που πλέον θεωρείται ~ ~., κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι: (ειρων.) για την αχαριστία των παιδιών προς τους γονείς., κρύβει ένα παιδί μέσα του (μτφ.): (για ενήλικο άτομο) τον χαρακτηρίζει παιδικότητα., ξαναγίνομαι παιδί (μτφ.): νιώθω και συμπεριφέρομαι σαν παιδί, κάνω πράγματα που αρμόζουν σε παιδιά., παιδί της μάνας/του πατέρα του: για αυτόν που μοιάζει ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ή/και τη συμπεριφορά στη μητέρα ή τον πατέρα του αντίστοιχα., παιδί/παιδάκι μου: (οικ.-ειρων.) προσφώνηση προς άτομο κάθε ηλικίας η οποία συνήθ. δηλώνει εκνευρισμό ή ανησυχία: Σταμάτα να μιλάς συνέχεια, ρε ~! Τι έγινε, βρε/μωρέ ~; Είσαι με τα καλά σου/τι κάνεις εκεί, παιδάκι μου; Τι λες, ρε ~ ~, αλήθεια;, παιδιά, σκυλιά (χιουμορ.): η οικογένεια ή οι οικογενειακές υποχρεώσεις: Είχαν στοιβάξει στο αυτοκίνητο ~ ~ και ομπρέλες.|| ~ ~ δεν έχει., περιμένει/περιμένουν παιδί: για γυναίκα που είναι έγκυος ή για ζευγάρι που πρόκειται να αποκτήσει παιδί: Περιμένει το πρώτο της ~., πιάνω παιδί: (για γυναίκα) μένω έγκυος: Δεν μπορεί/προσπαθεί να πιάσει ~., ρίχνω το παιδί (προφ.): κάνω έκτρωση., σαν μικρό/μωρό παιδί: για ενήλικο με παιδική ή/και ανώριμη συμπεριφορά: Γελούσε/έκλαιγε/χοροπηδούσε ~ ~. Έκανε ~ ~ από τη χαρά του. Πανηγύριζαν την πρόκριση σαν ~ά ~ιά.|| Μην κάνεις ~ ~!, τα παιδιά των παιδιών μου: τα εγγόνια ή γενικότ. οι απόγονοί μου: Το έργο αυτό θα μείνει κληρονομιά στα παιδιά σας και στα ~ ~ σας., του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου (παροιμ.): για να δηλωθεί η μεγάλη αγάπη των παππούδων προς τα εγγόνια τους., των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν (παροιμ.): οι συνετοί άνθρωποι είναι προνοητικοί., αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το ταΐζει η μάνα/δεν του δίνουνε βυζί βλ. κλαίω, άσχημο παιδί στην κούνια, όμορφο στη ρούγα βλ. ρούγα, γαμώ τα παιδιά/τα άτομα βλ. γαμώ, κορίτσι/παιδί πράμα βλ. πράγμα, κρατάω το παιδί βλ. κρατώ, μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι βλ. τάζω, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει βλ. μάνα, παιδί-κουμπί/βιολί βλ. βιολί, παραμύθι για (μικρά) παιδιά βλ. παραμύθι, σπέρνω παιδιά βλ. σπέρνω, στη ζωή μου/της μάνας μου/των παιδιών μου βλ. ζωή, το χρυσό παιδί/κορίτσι/αγόρι βλ. χρυσός, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) βλ. ύπνος, χάνει η μάνα το παιδί (και το παιδί τη μάνα) βλ. μάνα ● βλ. παιδούλα [< μεσν. παιδίν]

πάλκο

πάλκο πάλ-κο ουσ. (ουδ.) 1. βάθρο, εξέδρα, συνήθ. για τραγουδιστές, μουσικούς και ηθοποιούς. 2. (συνεκδ.) κέντρο διασκέδασης: λαϊκά ~α. Από το σανίδι στο ~. Βλ. οθόνη, παλκοσένικο, πανί, σελιλόιντ. ● ΦΡ.: ανέβηκε/βγήκε στο πάλκο (μτφ.): πρωτοεμφανίστηκε ως καλλιτέχνης της μουσικής ή του θεάτρου: Από τα δεκαέξι της ανέβηκε στο ~. Βλ. βγήκε στο θέατρο/στη σκηνή. [< ιταλ. palco]

ποντικί

ποντικί πο-ντι-κί επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το γκρι χρώμα του ποντικιού: ~ ρούχο.|| (ως ουσ.) Σκούρο ~ (ενν. χρώμα). Πβ. ανθρακί, σουρί.

πρόβατο

πρόβατο πρό-βα-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άτου} 1. ΖΩΟΛ. {θηλ. προβατίνα} θηλαστικό, μηρυκαστικό, τετράποδο ζώο με πλούσιο και σγουρό τρίχωμα (επιστ. ονομασ. Ovis aries): αρσενικό (βλ. κριάρι)/θηλυκό/κλωνοποιημένο/νεαρό (βλ. αρνί) ~. Γάλα/κρέας/μαλλί ~άτου (= πρόβειο). Εκτροφή/σφαγή ~άτων. Κοπάδι/ποίμνιο ~άτων. Τα ~α βελάζουν/βόσκουν στο λιβάδι. Βλ. μουφλόν. 2. (μτφ.) πράος, άκακος ή αφελής και άβουλος άνθρωπος: Τι κακό μπορεί να κάνει αυτός, είναι σκέτο ~ (= αρνί). Βλ. προβατάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρο πρόβατο (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που δεν είναι αποδεκτό από το σύνολο στο οποίο ανήκει, συνήθ. λόγω της προκλητικής και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του: το ~ ~ του κόμματος/της οικογένειας. ΑΝΤ. τιμή (4) [< αγγλ. black sheep] ● ΦΡ.: σαν πρόβατο στη σφαγή & (λόγ.) ως πρόβατον επί σφαγήν (ΠΔ) (μτφ.): για άνθρωπο που οδηγείται άβουλα και άδικα σε επώδυνη δοκιμασία: Ο λαός οδηγήθηκε από τους ηγέτες του στον πόλεμο ~ ~., σαν τα πρόβατα (μτφ.-μειωτ.): για ανθρώπους χωρίς βούληση, που χειραγωγούνται πολύ εύκολα., απολωλός πρόβατο(ν) βλ. απολωλός, βάλανε/έβαλαν τον λύκο να φυλά τα πρόβατα βλ. λύκος, μετράω προβατάκια/πρόβατα βλ. προβατάκι, όποιος φεύγει/όποιο πρόβατο βγαίνει απ' το μαντρί/κοπάδι, το(ν) τρώει ο λύκος βλ. μαντρί, χωρίζω/ξεχωρίζω τους αμνούς/τα πρόβατα από τα ερίφια βλ. αμνός [< αρχ. πρόβατον < προβαίνω, μεσν. προβατίνα]

πρώτα

πρώτα [πρῶτα] πρώ-τα επίρρ. 1. αρχικά, πριν από κάτι άλλο: Μάθε ~ να οδηγείς και μετά πάρε αυτοκίνητο. Μην πάρετε το φάρμακο, αν δεν συμβουλευτείτε ~ τον γιατρό σας. Βλ. κατόπιν. 2. (προφ.) σε παλιότερη χρονική φάση, παλιά: ~ είχαμε τις κασέτες, τώρα τα σιντί. Πβ. άλλοτε. 3. για δήλωση προτεραιότητας: ~ η δουλειά και μετά η διασκέδαση. 4. προπάντων, κυρίως: Για όλα αυτά ~ φταίει η απερισκεψία σου. ● ΦΡ.: πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα 1. πριν γίνει ή ειπωθεί οτιδήποτε άλλο: ~ ~ να διευκρινίσω/ξεκαθαρίσω ένα πράγμα. Γεια σας, ~ ~ να σας συστηθώ. Πβ. αρχικά. 2. & πρώτα και κύρια το σημαντικότερο, βασικότερο: ~ ~ υγεία και αγάπη! ΣΥΝ. πάνω απ' όλα, προπαντός, πρωτίστως, σαν/όπως (και) πρώτα: όπως παλιά: Είμαστε ξανά αγαπημένοι ~ ~. ΣΥΝ. σαν άλλοτε, πρώτα ο Θεός βλ. θεός, στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα βλ. στερνός ● βλ. πρώτος [< αρχ. πρῶτα]

πύργος

πύργος πύρ-γος ουσ. (αρσ.) 1. (παλαιότ.) πολύ ψηλό οικοδόμημα, αυτόνομο ή μέρος μεγαλύτερου κτίσματος, που προοριζόταν κυρ. για φρούριο, οχυρό, παρατηρητήριο ή φυλακή: αμυντικός/ενετικός/επιβλητικός/ερειπωμένος/κυκλικός/μεσαιωνικός ~. Οι ~οι της Μάνης. Πβ. κάστρο. Βλ. μιναρές, φρυκτωρία. 2. (κατ' επέκτ.) πολύ ψηλή και στενή πυργοειδής κατασκευή: τηλεπικοινωνιακός ~. Γυάλινοι ~οι (πβ. ουρανοξύστης). Ο ~ του Άιφελ/της Πίζας.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ ανεμογεννήτριας/γεώτρησης/διύλισης/ψύξης. ~ της ΔΕΗ (= πυλώνας). Ηλιακοί ~οι. Βλ. υδατόπυργος.|| (ΙΣΤ.) Πολιορκητικοί ~οι. 3. (στο σκάκι) καθένα από τα δύο πιόνια που έχει στην κατοχή του ο κάθε παίκτης, το οποίο κινείται σε ευθεία γραμμή, οριζόντια ή κάθετα, μπροστά ή πίσω, χωρίς να μπορεί να υπερπηδήσει άλλα πιόνια. Βλ. ροκέ. 4. ΠΛΗΡΟΦ. το ορθογώνιο κουτί της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας. ● Υποκ.: πυργάκι (το): στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: γυάλινος πύργος (μτφ.): εκούσια απομόνωση κάποιου από τον υπόλοιπο κόσμο και αδιαφορία για όσα συμβαίνουν γύρω του: Είναι κλεισμένος/ζει σε ~ο ~ο., πύργος ελέγχου: (σε αεροδρόμιο) ψηλό κτίριο εξοπλισμένο με ραντάρ, μετεωρολογικό σταθμό, τηλεπικοινωνιακά όργανα, από το οποίο οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας παρέχουν στους πιλότους οδηγίες για σωστή και ακίνδυνη προσγείωση και απογείωση των αεροσκαφών· συνεκδ. το αντίστοιχο προσωπικό: ~ ~ και πίστα.|| Επικοινωνία με τον ~ο ~. [< αγγλ. control tower] , Λευκός Πύργος βλ. λευκός, πύργος της Βαβέλ βλ. βαβέλ ● ΦΡ.: σαν/ως χάρτινος πύργος & σαν/ως πύργος από τραπουλόχαρτα & σαν τραπουλόχαρτο: για οτιδήποτε γκρεμίζεται ή καταστρέφεται πολύ εύκολα, αν και νόμιζε κάποιος ότι ήταν σταθερό και ακλόνητο: Το κτίριο κατέρρευσε ~ ~.|| (μτφ.) Το καθεστώς έπεσε ~ ~. Τα όνειρά τους γκρεμίστηκαν ~οι πύργοι. [< αγγλ. like a house of cards] , κτίζει πύργους/παλάτια στην άμμο βλ. άμμος ● βλ. πυργίσκος [< αρχ. πύργος, 3: γαλλ. tour 4: αγγλ. tower]

σαγιονάρα

σαγιονάρα σα-γιο-νά-ρα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: είδος παντόφλας, συνήθ. από ελαφρύ πλαστικό, που συγκρατείται στο πόδι με λεπτά λουράκια: καλοκαιρινές ~ες. Φοράει ανατομικές/δερμάτινες ~ες. Κυκλοφορούσε με σορτσάκι και ~ες. Βλ. σανδάλι. [< ιαπων. sayonara 'αντίο']

σαγκουίνι

σαγκουίνι σα-γκου-ί-νι ουσ. (ουδ.) & σανγκουίνι: είδος πορτοκαλιού με κόκκινη σάρκα. [< ιταλ. sanguigno, πληθ. sanguigni]

σανιδένιος

σανιδένιος, ια, ιο σα-νι-δέ-νιος επίθ.: που είναι φτιαγμένος από σανίδια: ~ιος: πάγκος. ~ιο: πάτωμα. ~ια: ράφια. Βλ. -ένιος, σανιδωτός. [< μεσν. σανιδένιος]

σάνταλο

σάνταλο σά-ντα-λο ουσ. (ουδ.) & σάνδαλο: ΒΟΤ. γένος δέντρων των τροπικών περιοχών (επιστ. ονομασ. Santalum) που αναπτύσσονται παρασιτικά πάνω στις ρίζες άλλων φυτών· κυρ. το αιθέριο έλαιο που εξάγεται με απόσταξη του ξύλου τους. [< μτγν. σάνταλον, γαλλ. santal, αγγλ. sandal]

σανταλόξυλο

σανταλόξυλο σα-ντα-λό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) & σανδαλόξυλο: το αρωματικό ξύλο του σαντάλου: αιθέριο έλαιο από ~. Βλ. κυπαρισσόξυλο.

σκυλί

σκυλί σκυ-λί ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) ο αρσενικός ή θηλυκός σκύλος: άγριο/αδέσποτο/γέρικο/καθαρόαιμο/κυνηγετικό/λυσσασμένο/ψόφιο ~. ~ συντροφιάς/φύλαξης. ~ του δρόμου/καναπέ/σαλονιού. ~ ράτσας. Περιλαίμιο/τροφές για ~ιά. 2. (μτφ.-προφ.) άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από μεγάλη δύναμη και αντοχή, ακαταπόνητος: Είναι ~ στη δουλειά του/της.|| (για πολύ ανθεκτικό μηχάνημα, συσκευή, όχημα) Πραγματικό/σκέτο ~. 3. (μτφ.-αργκό-μειωτ.) άσχημη συνήθ. γυναίκα με κακόγουστη, προκλητική εμφάνιση και συμπεριφορά. Πβ. σκύλα, σκυλομούρης. 4. (μτφ.-υβριστ.-παλαιότ.) άσπλαχνος, σκληρόκαρδος. ● Υποκ.: σκυλάκι (το): Πβ. κουτάβι. ● ΣΥΜΠΛ.: σκυλί μονάχο (μτφ.-προφ.): για πολύ σκληραγωγημένο άνθρωπο ή για ανθεκτικό μηχάνημα. ● ΦΡ.: γίνομαι σκυλί & γίνομαι σκύλος (σπάν.-μτφ.-προφ.): γίνομαι σκληρός, ανθεκτικός· θυμώνω, εξοργίζομαι: Πρέπει να γίνεις ~, να αντέχεις.|| Όταν μας αδικούν, γινόμαστε ~ιά, φωνάζουμε., κακό σκυλί ψόφο δεν έχει (παροιμ.): ο κακός, ο δύστροπος έχει γερή κράση: (ειρων.) Νομίσατε πως θα με ξεφορτωθείτε; ~ ~., πήγε/πέθανε/ψόφησε σαν το σκυλί στ' αμπέλι (λαϊκό): πέθανε χωρίς να τον φροντίσει κανείς, βρήκε ανάξιο ή άδικο θάνατο, είχε κακό τέλος., ρεζίλι των σκυλιών (εμφατ.): για κάποιον που ντροπιάζεται πολύ, εξευτελίζεται εντελώς: Έγινε ~ ~.|| Μας έκανε ~ ~ (: μας ρεζίλεψε)., σαν (το) σκυλάκι (προφ.): για υπάκουη, δουλική συμπεριφορά: Ακολουθεί το αφεντικό του ~ ~., σαν (το) σκυλί & σαν (τη) σκύλα (προφ.): σε εμφατικές εκφράσεις: Δουλεύει ~ ~ (= εντατικά, σκληρά). Σκοτώθηκε ~ ~ (= άδικα). Είναι πιστός ~ ~. Τρώγονται/τσακώνονται ~ τα ~ιά (= συνεχώς)., σαν δαρμένο σκυλί & (σπάν.) σαν δαρμένος σκύλος: ταπεινωμένος, προσβεβλημένος: Έφυγα ~ ~., τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα (μτφ.-προφ.): πέρασε η παλιά, καλή εποχή που υπήρχε ευμάρεια. Βλ. περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων., βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα βλ. διαταγή, ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα βλ. δρόμος, παιδιά, σκυλιά βλ. παιδί, σκυλί/σκύλος που γαβγίζει, δεν δαγκώνει βλ. γαβγίζει, χάνει/δεν γνωρίζει ο σκύλος/το σκυλί τον αφέντη του βλ. αφέντης, αφέντρα [< μεσν. σκυλί]

σκύλος

σκύλος σκύ-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. τετράποδο σαρκοφάγο κατοικίδιο θηλαστικό ζώο (επιστ. ονομασ. Canis familiaris), που γαβγίζει και διαθέτει οξεία όσφρηση· ειδικότ. το αρσενικό του: αδέσποτος/ανυπάκουος/εκπαιδευμένος/επιθετικός (βλ. αγριόσκυλο)/ημίαιμος/καθαρόαιμος/κυνηγετικός/ποιμενικός/στειρωμένος ~. ~-συνοδός/-φύλακας. ~ εργασίας/καθοδήγησης τυφλών/συντροφιάς. Αστυνομικοί ~οι ανίχνευσης εκρηκτικών/ναρκωτικών. ~οι αναζήτησης και διάσωσης. Εκπαιδευτής/εκτροφείο/ράτσες ~ων (: κανίς, κόκερ, λαμπραντόρ, μπιγκλ, μπόξερ, μπουλντόγκ, ντόπερμαν, πεκινουά, πόιντερ, ροτβάιλερ, σέτερ). Ξενοδοχείο/ξενώνας/πανσιόν ~ων (πβ. κυνοκομείο). (σε πινακίδα) Προσοχή, ο ~ δαγκώνει.|| (μτφ., για πρόσ.) Παίκτης που μάχεται/τρέχει σαν ~ (: με όλες του τις δυνάμεις). Δουλεύω σαν ~ (= σκληρά). Πιστός σαν ~.|| (υβριστ., για κακό, άπονο άνθρωπο) Φύγε από μπροστά μου, ~ε! ΣΥΝ. σκυλί. 2. ΙΧΘΥΟΛ. σκυλόψαρο. ● Υποκ.: σκυλάκι (το): Πβ. κουτάβι., σκυλάκος (ο) ● Μεγεθ.: σκύλαρος (ο) ● ΦΡ.: άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος, όλοι οι σκύλοι μια γενιά & άσπροι σκύλοι, μαύροι σκύλοι, όλοι οι σκύλοι μια γενιά (γνωμ.): για περιπτώσεις αρνητικής κρίσης, χωρίς διάκριση ή διαβάθμιση. , εγώ το λέω του σκύλου μου κι ο σκύλος στην ουρά του (παροιμ.): για μετάθεση της ευθύνης σχετικά με την εκτέλεση μιας πράξης., μπάτε/μπέστε σκύλοι (αλέστε κι αλεστικά μη δώσ(ε)τε) (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι σε κάποιον χώρο επικρατεί πλήρης αυθαιρεσία, ο καθένας κάνει ό,τι θέλει: Έχουμε γίνει/καταντήσει ~ ~. Η κατάσταση είναι ~ ~. Πβ. ξέφραγο αμπέλι., σαν τον σκύλο με τη γάτα (προφ.): για έντονη και συνεχή διαμάχη μεταξύ δύο ανθρώπων ή ομάδων, παρατάξεων: Διαπληκτίζονται/μαλώνουν/τρώγονται ~ ~. ΣΥΝ. όπως η/σαν τη νύφη με την πεθερά, γίνομαι σκυλί βλ. σκυλί, και την πίτα ολόκληρη/σωστή/αφάγωτη και τον σκύλο χορτάτο βλ. πίτα, σαν δαρμένο σκυλί βλ. σκυλί, σκυλί/σκύλος που γαβγίζει, δεν δαγκώνει βλ. γαβγίζει, το φτηνό το κρέας το τρώνε οι σκύλοι βλ. κρέας, χάνει/δεν γνωρίζει ο σκύλος/το σκυλί τον αφέντη του βλ. αφέντης, αφέντρα [< μτγν. σκύλ(λ)ος < αρχ. σκύλαξ ‘κουτάβι’]

σπίτι

σπίτι σπί-τι ουσ. (ουδ.) {σπιτ-ιού} 1. στεγασμένος και συνήθ. επιπλωμένος χώρος, κτίσμα, μονοκατοικία, διαμέρισμα σε πολυκατοικία, όπου ζουν ένα ή περισσότερα άτομα, κυρ. τα μέλη οικογένειας· συνεκδ. η ίδια η οικογένεια: αγροτικό/ακατοίκητο/βιοκλιματικό/διατηρητέο/διώροφο/εξοχικό/έξυπνο/ιδιόκτητο/καλαίσθητο/λαϊκό/λειτουργικό/λυόμενο/νεοκλασικό/νησιωτικό/παραδοσιακό/πατρικό/πολυτελές/προκατασκευασμένο/σύγχρονο ~. ~ με αυλή/κήπο/πισίνα. ~ στην εξοχή/πόλη. Αγοράζω/αποκτώ/χτίζω το δικό μου ~. Βάφω/καθαρίζω το ~. Επιστρέφω/μένω (στο) ~. Άλλαξε (= μετακόμισε)/έπιασε/νοίκιασε ~. Δεν έχει ~ (: είναι άστεγος). Ψάχνω για ~. Εργασία από το/στο ~. Η βία στο ~ (: ενδοοικογενειακή). Το στρώσιμο του ~ιού με χαλιά. Τρώω εκτός ~ιού. Κάθε μέρα η ίδια ρουτίνα, ~-δουλειά, δουλειά-~. Πβ. κατοικία, οίκος. Βλ. ξυλό-, παρά-, πυργό-, φτωχό-, χαμό-σπιτο.|| Έχουν προβλήματα με το ~ τους. Διέλυσε το/έφυγε από το ~ του. Τον έδιωξε από το ~ (: χώρισαν). Τα βάρη του ~ιού. Πβ. σπιτικό. 2. το νοικοκυριό (ως εξοπλισμός, έπιπλα, εργασίες που το αφορούν, δαπάνες): τα πάγια έξοδα του ~ιού. Είδη/συσκευές για το ~. Κάνω/μαζεύω το ~ (= συγυρίζω). Κρατάει το ~ της/του υποδειγματικά. Έκανα άνω-κάτω το ~ (ψάχνοντας κάτι). 3. (συνήθ. με κεφαλ. Σ) χώρος που χρησιμοποιείται για έναν ειδικό σκοπό: το ~ του Ηθοποιού (: κοινωφελές ίδρυμα, με σκοπό κατ' αρχήν τη φιλοξενία ηθοποιών που χρειάζονται βοήθεια). Το ~ της Άρσης Βαρών (: κλειστό γυμναστήριο). Βλ. Οίκος Ναύτου. 4. (ευφημ.) οίκος ανοχής: κακόφημο ~. ~ με κόκκινο φωτάκι. Πβ. πορνείο. ● Υποκ.: σπιτάκι (το): ~ κήπου/σκύλου. ● Μεγεθ.: σπιταρόνα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δουλειές του σπιτιού: οικιακές εργασίες, όπως σκούπισμα, σφουγγάρισμα, πλύσιμο των πιάτων, των ρούχων, σιδέρωμα, μαγείρεμα: Ασχολούμαι με/βοηθώ στις/κάνω τις ~ ~. Οι καθημερινές ~ ~. ● ΦΡ.: από (καλό) σπίτι: από καλή οικογένεια: κορίτσι/παιδί ~ ~, με αρχές. Πβ. από σόι/τζάκι., από σπίτι σε σπίτι: από τη μια κατοικία ή οικογένεια στην άλλη: Γυρνάνε/πηγαίνουν ~ ~. ΣΥΝ. πόρτα πόρτα/από πόρτα σε πόρτα, για σπίτι (προφ.): (για πρόσ.) κατάλληλος για δημιουργία οικογένειας: άντρας/γυναίκα/κοπέλα/κορίτσι ~ ~., πήγε σπίτι του (προφ.): εκδιώχθηκε., σαν στο σπίτι (μου/σου/του …) (προφ.): πάρα πολύ άνετα: Φιλοξενούμενοι που νιώθουν ~ ~ τους. Βολέψου, ~ ~ σου!, σπίτι μου, σπιτάκι μου (και φτωχοκαλυβάκι/σπιτοκαλυβάκι μου): για να εκφραστούν έντονα συναισθήματα ζεστασιάς, αγάπης για το σπίτι και την οικογένεια. , αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει βλ. παινεύω, ανοίγω σπίτι βλ. ανοίγω, εργασία για το σπίτι βλ. εργασία, η κολόνα/ο στύλος του σπιτιού βλ. κολόνα, κακό χωριό τα λίγα σπίτια βλ. χωριό, μου/μας έχει κλείσει το σπίτι βλ. κλείνω, ξεστρώνω (το σπίτι) βλ. ξεστρώνω, σπίτι χωρίς Γιάννη προκοπή δεν κάνει βλ. Γιάννης, στέλνω κάποιον σπίτι του βλ. στέλνω, στο σπίτι του κρεμασμένου δε(ν) μιλάνε για σκοινί βλ. κρεμασμένος, συμβαίνουν αυτά βλ. συμβαίνει [< μεσν. σπίτι(ν) < μτγν. ὁσπίτιον ‘πτωχοκομείο, σπίτι’ < λατ. hospitium]

συμβαίνει

συμβαίνει συμ-βαί-νει ρ. (αμτβ.) {συνέβαιν-ε, συνέβη (προφ.) συνέβ-ηκε, συμβ-εί}: γίνεται, συντελείται ή τυχαίνει: Αυτό ~ σπάνια/συνέχεια. Τι θα ~εί αν .../τι ~ όταν ... (πβ. επι~); Κάτι τέτοιο μού συνέβη και μένα/έχει ~εί και σε μένα. Είσαι ό,τι καλύτερο μου έχει ~εί.|| (συνήθ. για κάτι δυσάρεστο, κακό) Αν ~εί κάτι/οτιδήποτε, πάρε με αμέσως τηλέφωνο. Τι άλλο μπορεί να ~εί; Θα είμαι δίπλα σου, ό,τι κι αν ~εί. Κάτι παράξενο ~ μ' αυτό το παιδί. Περίεργα πράγματα ~ουν. Μόνο εδώ ~ουν αυτά. Τι σου ~ (: τι έχεις πάθει); Τι ~ (= τι τρέχει, ως έκφραση αγωνίας ή με ενοχλημένο ύφος); Τι συνέβη (ακριβώς/πραγματικά); Συνέβη για πρώτη φορά/ένα ατύχημα/την Κυριακή το απόγευμα. Συνέβη κι αυτό (: για κάτι ασυνήθιστο ή απαράδεκτο). Αυτό δεν θα ~εί ξανά. Δεν κατάλαβα τι έγινε, όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα. Θέλω να το προλάβω προτού ~εί. Τι πρόκειται να του ~εί (= να πάθει); Θα μπορούσε/μπορεί να ~εί στον καθένα (μας). Αντίθετα με ό,τι ~ σε/όπως ~ και σε άλλες χώρες ... Δεν μπορεί να μην αγανακτείς με όσα ~ουν γύρω μας.|| (+ να) ~ να τη γνωρίζω προσωπικά. ● Ουσ.: συμβαίνοντα (τα) {σπάν. στον εν. συμβαίνον} (λόγ.): οι τρέχουσες εξελίξεις: Η κοινή γνώμη παρακολουθεί συγκλονισμένη τα ~ στην περιοχή. Πβ. τεκταινόμενα, τελούμενα. Βλ. δρώμενα. ● ΦΡ.: σαν να μη/λες και δεν συμβαίνει τίποτα (προφ.): για κάποιον που προσποιείται πως όλα πάνε καλά: Συνέχισε σαν ~ ~. Φέρεται λες ~ ~., συμβαίνουν αυτά & αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες/στα καλύτερα σπίτια (προφ.): για να καθησυχάσουμε κάποιον που του έτυχε κάτι δυσάρεστο ή απρόσμενο: Κωμικοτραγικό, αλλά τι να πεις; ~ ~. ● βλ. συμβάν [< αρχ. συμβαίνει]

σωτηρία

σωτηρία σω-τη-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. απαλλαγή από επικίνδυνη, πιεστική ή ανεπιθύμητη κατάσταση: αναπάντεχη/ανέλπιστη/πολυπόθητη ~. Έκκληση/ελπίδα/επιχείρηση/κίνηση/λύση/μέτρα/σχέδιο ~ας. Η ~ του πλανήτη/της Γης. Οφείλω/χρωστώ τη ~ μου σε ... Στήθηκε γέφυρα ~ας για τη διάσωση του πληθυσμού.|| (προφ.) Δεν έχω ~ (: δεν με σώζει τίποτα). Ψάχνει τη ~ του στο ποτό. ΣΥΝ. γλιτωμός, λυτρωμός, λύτρωση 2. ΘΕΟΛ. λύτρωση της ψυχής από την αμαρτία. ● ΣΥΜΠΛ.: σανίδα σωτηρίας (μτφ.): έσχατο μέσο λύτρωσης σε περιπτώσεις απόγνωσης, αδιεξόδου: Στο πρόσωπό της βρήκε ~ ~. Αναζητά ~ ~. Πβ. σωσίβιο. [< γαλλ. planche de salut] , Στρατός (της) Σωτηρίας: διεθνής χριστιανική ιεραποστολική οργάνωση. [< αγγλ. Salvation Army] , άγγελος σωτηρίας βλ. άγγελος, κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας/ενότητας βλ. κυβέρνηση [< αρχ. σωτηρία]

ταύρος

ταύρος [ταῦρος] ταύ-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. αρσενικό βόδι που προορίζεται για αναπαραγωγή: εκτροφή ~ων. Βλ. αγελάδα.|| (ΑΡΧ.-ΛΑΟΓΡ.) Θυσία ~ου (= ταυροθυσία). 2. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) αστερισμός του Βόρειου Ημισφαιρίου· το δεύτερο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (21 Απριλίου-20 Μαΐου) μεταξύ Κριού και Διδύμων· {κ. θηλ. προφ. ταυρίνα} (συνεκδ.) ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο. Βλ. Πλειάδες. 3. (μτφ.) δυνατός ή εξοργισμένος άνδρας: Δεν τον φοβάμαι στη δουλειά, είναι ~ (πβ. σκύλος).|| Όρμηξε (καταπάνω του) σαν ~ σε κόκκινο πανί. Κατέφτασε σαν αφηνιασμένος ~. Βλ. τίγρη. ● Υποκ.: ταυράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μαινόμενος ταύρος (λόγ.): έξαλλoς, εξαγριωμένος άνθρωπος: Όταν νευριάσει γίνεται ~ ~. Όρμησε σαν ~ ~ στον αγωνιστικό χώρο. ● ΦΡ.: πιάνω τον ταύρο από τα κέρατα: αντιμετωπίζω με ταχύτητα και αποφασιστικότητα μια δύσκολη κατάσταση., σαν ταύρος σε υαλοπωλείο & (λόγ.) ως ταύρος εν υαλοπωλείω: για άτομο που αντιδρά ανεξέλεγκτα και παρορμητικά, προξενώντας καταστροφές σε έναν χώρο: Μπήκε/μπούκαρε μέσα ~ ~. Χίμηξε ~ ~ και τα διέλυσε όλα. [< αρχ. ταῦρος]

φτάνω

φτάνω φτά-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έφτα-σα, φτά-σει, φτάν-οντας, φτα-σμένος} & (λόγ.) φθάνω 1. προσεγγίζω το τέλος μιας πορείας ή διαδρομής, οδηγούμαι σε συγκεκριμένο σημείο: ~ στο αεροδρόμιο/στη στάση. Τι ώρα ~ει η πτήση σου (ΑΝΤ. αναχωρεί); Σε λίγο ~ουμε στο νησί (πβ. αριβάρω, κοντεύω). ~σα αργά/κατάκοπος/νωρίς (στο) σπίτι. Το πλοίο ~σε στο λιμάνι. Το γράμμα ~σε σήμερα το πρωί. Μόλις ~σεις στη διασταύρωση, στρίψε δεξιά. Πβ. αφικνούμαι, έρχομαι. Βλ. καταφθάνω. 2. (μτφ.) καταλήγω: ~ σε συμπεράσματα/συμφωνία με κάποιον. Το καλοκαίρι ~ει στο τέλος του. Θα ~σω στα άκρα, προκειμένου να τον πείσω. ~σε στον βαθμό του διευθυντή/ψηλά (= έγινε πολύ γνωστός, σπουδαίος). Η υπόθεση ~σε στο δικαστήριο. Η σχέση τους έχει ~σει σε τέλμα.|| ~ στον στόχο μου (= τον πραγματοποιώ). 3. (μτφ.) οδηγούμαι σε πολύ άσχημη κατάσταση, καταντώ: ~σε να ζυγίζει εκατό κιλά/να χρωστά πολλά λεφτά.|| ~σα στα όριά μου. Η κατάσταση έχει ~σει στο αμήν/απροχώρητο/μη περαιτέρω. 4. προφταίνω, προλαβαίνω: Μην τρέχεις, δεν μπορώ να σε ~σω! Πβ. πλησιάζω. 5. είμαι ή γίνομαι ίσος ή ισάξιος με κάποιον: Τον ~σε στο ύψος.|| Δεν την ~ει κανείς στη μαγειρική. Πβ. παραβγαίνω, συναγωνίζομαι. 6. μπορώ να πιάσω κάτι που βρίσκεται σε ορισμένο ύψος ή απόσταση από μένα, συνήθ. τεντώνοντας το σώμα μου: Μπορείς να μου ~σεις το βιβλίο; Πρέπει ν' ανέβω στη σκάλα, για να ~σω το πιο ψηλό ράφι. 7. προσεγγίζω ποσοτικό, χρονικό, τοπικό ή άλλο σημείο, όριο: Η θερμοκρασία θα ~σει (= αγγίξει) τους σαράντα βαθμούς Κελσίου.|| ~σα τα τριάντα (ενν. χρόνια). Έχω ~σει σε συντάξιμη ηλικία.|| Οι πωλήσεις/τιμές ~σαν στα ύψη. Βλέπεις θάλασσα ως εκεί που ~ει το μάτι.|| Το τελευταίο του έργο ~ει την τελειότητα. Ο παίκτης έχει ~σει σε καλό επίπεδο φυσικής κατάστασης.φτάνει 1. αρκεί, επαρκεί: Το γλυκό δεν ~ (πβ. φτουράει) για όλους. Δεν θέλω άλλο φαγητό, ~ τόσο. Δεν μου ~ουν τα χρήματα.|| Δεν μου ~ουν οι δικαιολογίες σου (= δεν είναι αρκετές). 2. ανέρχεται: Το ποσοστό ~ στο ...%. Τα χρέη του ~ουν τα ... ευρώ. 3. εκτείνεται: Το χωριό ~ ως τους πρόποδες του βουνού. Τα μαλλιά της ~ουν μέχρι τους ώμους. Η φωτιά ~σε μέχρι τη θάλασσα. Το χιόνι ~σε το ένα μέτρο.|| (μτφ.) Οι φωνές ~ουν (= ακούγονται) μέχρι εδώ. Η φήμη του ~σε (= απλώθηκε) παντού. 4. πλησιάζει, κοντεύει: ~σε η άνοιξη/μεγάλη μέρα/ώρα του απολογισμού. ● ΦΡ.: δεν φτάνει/σαν να μην έφτανε (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι κακό, αρνητικό έρχεται να επιβαρύνει μια ήδη δυσάρεστη κατάσταση: (Και) ~ ~ που με τράκαρε, με έβρισε κιόλας. Δεν μου έφταναν όλα μου τα προβλήματα, μου έκλεψαν και την τσάντα., έφτασα! (προφ.): έρχομαι αμέσως., έφτασε! (προφ.): (συνήθ. ως απάντηση σε παραγγελία) αμέσως: -Έναν γλυκύ βραστό. -~! , μέχρι εκεί φτάνει το μυαλό σου/του (προφ.): τόσο λίγο μπορεί(ς) να καταλάβει(ς)., φτάνει να (προφ.): υπό τον όρο, υπό την προϋπόθεση, αρκεί να: Θα τα καταφέρεις, φτάνει μόνο να προσπαθήσεις. Μπορείς, ~ ~ θέλεις., φτάνει πια (προφ.-εμφατ.): ως έκφραση αγανάκτησης, για να δηλωθεί ότι κάτι πρέπει να σταματήσει: ~ ~· δεν αντέχω άλλο! ~ ~ η κοροϊδία/το παραμύθι! ~ ~ με τα μισόλογα/ψέματα. Πβ. αρκετά, δεν πάει άλλο!, ως εδώ (και μη παρέκει), ως εδώ ήταν., (βρίσκομαι/είμαι/φτάνω) στα πρόθυρα βλ. πρόθυρα, δεν τον φτάνεις/δεν του μοιάζεις ούτε στο νυχάκι/(μικρό του) δαχτυλάκι/δάχτυλο βλ. δάχτυλο, εδώ/εκεί που φτάσαμε βλ. εδώ, έφτασε ο κόμπος στο χτένι βλ. κόμπος, έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο βλ. μαχαίρι, έφτασε/πήγε στη βρύση/στην πηγή, αλλά δεν ήπιε νερό βλ. βρύση, ήρθε/έφτασε το τέλος (κάποιου/του κόσμου) βλ. τέλος, όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια βλ. αλεπού, ποιος τον πιάνει/φτάνει βλ. πιάνω, τρέχω και δεν φτάνω βλ. τρέχω, φτάνει και περισσεύει βλ. περισσεύω, φτάνω σε οριακό σημείο βλ. σημείο, φτάνω στο σημείο να ... βλ. σημείο ● βλ. φτασμένος [< αρχ. φθάνω]

χιόνι

χιόνι χιό-νι ουσ. (ουδ.) {χιον-ιού} 1. ΜΕΤΕΩΡ. νερό που πέφτει από τα σύννεφα στη γη, με τη μορφή ελαφρών λευκών παγοκρυστάλλων, ενωμένων συνήθ. σε νιφάδες: απάτητο/αφράτο/παχύ/πυκνό/τεχνητό (βλ. χιόνωση)/φρέσκο/ψιλό (βλ. χιονόνερο) ~. ~ στις κορυφές των βουνών (πβ. χιονούρα). Αλυσίδες (= χιονοαλυσίδες)/λάστιχα (= χιονολάστιχα)/μπάλες (= χιονόμπαλες) ~ιού. Παιχνίδια (βλ. χιονάνθρωπος, χιονοπόλεμος)/σκι στο ~. Δρόμοι κλειστοί από το ~. Χωριά αποκλεισμένα από τα ~ια (βλ. αποχιονισμός, εκχιονιστήρας). Προβλήματα από το ~ (= την χιονόπτωση). Χριστούγεννα με ~ια. Εκδρομή στα ~ια (: σε ορεινές χιονισμένες περιοχές). Έπεσε/έριξε πολύ ~ (= χιόνισε). Έλιωσε το ~ (βλ. μαύρος πάγος). Έχει μισό μέτρο ~. Γλιστρώ στο ~ (βλ. έλκηθρο, παγοπέδιλο). Τα πάντα είναι σκεπασμένα με ~ (= χιονοσκέπαστα· βλ. ντύνομαι στα λευκά). Αναμένονται ~ια στα ορεινά. Βλ. κατακρημνίσματα, μελανοστρώματα.|| Λευκός σαν (το) ~ (= χιονόλευκος). Βλ. χιονο-. 2. (κατ΄επέκτ.) λευκές κουκκίδες που εμφανίζονται στην οθόνη τηλεόρασης, λόγω κακής λήψης του σήματος. Βλ. παράσιτα. ● Υποκ.: χιονάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: βιομηχανικό χιόνι & (σπάν.) αστικό/μολυσμενο χιόνι: φαινόμενο τεχνητής χιονόπτωσης που οφείλεται στη μόλυνση του περιβάλλοντος. [< γαλλ. neige industrielle, αγγλ. industrial snow, γαλλ. neige de pollution, neige urbaine] ● ΦΡ.: γράφεται στο χιόνι (μτφ.-προφ.): δεν τηρείται, παραγράφεται: Υποσχέσεις/χρέη που ~ονται ~., μέχρι να πατήσεις μαύρο χιόνι (απειλητ.-αργκό): για πάντα, συνέχεια: Θα σε κυνηγώ, ~ ~. Πβ. μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα., σαν τα χιόνια! (προφ.-συνήθ. ειρων.): σε κάποιον που τον βλέπουμε μετά από πολύ καιρό: Βρε, βρε, ~ ~! Πβ. καλώς τα μάτια μου τα δυο. Βλ. βουνό με βουνό δεν σμίγει. ΣΥΝ. σαν τα μάραθα!, μαθημένα/συνηθισμένα τα βουνά στα/από τα χιόνια βλ. βουνό, το 'στρωσε (το χιόνι) βλ. στρώνω [< μεσν. χιόνι < μτγν. χιόνιον < αρχ. χιών]

χορτονομή

χορτονομή χορ-το-νο-μή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): χόρτα που χρησιμεύουν ως ζωοτροφή: ακατέργαστη ~. Αποξηραμένες ~ές. Εκτάσεις/ζώνες/λειμώνες ~ής. Σπόροι φυτών για ~. Βλ. άχυρο, σανός, χλόη. [< μτγν. χορτονομή 'χλωρό χορτάρι']

ψέμα

ψέμα ψέ-μα ουσ. (ουδ.) {ψέμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ισχυρισμός εσκεμμένα αναληθής, με σκοπό την απόκρυψη ή παραποίηση της αλήθειας: αθώο/αισχρό/βολικό/ελεεινό/κακόβουλο/καραμπινάτο/κατάφωρο/μικρό/τεράστιο/πρωταπριλιάτικο/συνειδητό/χοντρό ~. Απροκάλυπτα/ασύστολα/επικίνδυνα/συνηθισμένα/τερατώδη (= τερατολογίες)/χονδροειδή ~ατα. Είναι ~ ότι ... (πβ. μούσι, μούφα, φόλα). Μας έχει φλομώσει/ταράξει στα ~ατα. Είναι όλα ~ατα (= ανακρίβειες, αναλήθειες, μυθεύματα, χαλκεύματα, παραμύθια). Άσ' τα ~ατα, δεν σε πιστεύω! Μας έχει αραδιάσει ένα σωρό ~ατα (ή λόγ., σωρεία ~άτων)/του κόσμου τα ~ατα/~ατα με ουρά! Διαδίδει ~ατα (= ψευδολογίες, ψευτιές). Πβ. ψεύδος. Το ~ είναι το αλάτι της αλήθειας (παροιμ.). || Έχει βουλιάξει/ζει μες στο ~. Πβ. απάτη, πλάνη1, φενάκη. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε δεν μπορεί να υπάρξει ή είναι μάταιο, απατηλό: Πιστεύει ότι ο παντοτινός έρωτας είναι ένα ~ (= μύθος). ● Υποκ.: ψεματάκι (το) ● Μεγεθ.: ψεματάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: λευκό ψέμα: που λέγεται σκόπιμα από κάποιον, για να αποφύγει μια δυσάρεστη ή άβολη κατάσταση, και δεν εμπεριέχει δόλο ούτε έχει αρνητικές συνέπειες. Πβ. (τα) κατά συνθήκη(ν) ψεύδη. [< αγγλ. white lie] ● ΦΡ.: κακά τα ψέματα (προφ.): ας μην τρέφουμε αυταπάτες, ας μη γελιόμαστε: ~ ~, χρειάζεται πολλή προσπάθεια, για να πετύχουμε. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, ~ ~!, με τα ψέματα (κυρ. προφ.): χωρίς να το καταλάβω ή χωρίς (ιδιαίτερη) προσπάθεια: ~ ~ πέρασε η ώρα!|| ~ ~ δεν γίνεται δουλειά!, πες το ψέματα! (προφ.): ως επιβεβαίωση των λόγων του συνομιλητή μας: -Χρειάζεσαι ξεκούραση! -~ ~ (: έχεις δίκιο, σωστά)!, σαν ψέμα/ψέματα (προφ.): για κάτι που φαντάζει απίστευτο: Μου φαίνεται ~ ~ που είσαι εδώ/ότι θα τον ξαναδώ (: είμαι πολύ συγκινημένος/η). Ακούγεται ~ ~!, στα ψέματα/στα ψεύτικα (προφ.): χωρίς να ισχύει στην πραγματικότητα: Το είπε ~ ~ (πβ. στ' αστεία. ΑΝΤ. στα σοβαρά.). Έκανε ~ ~ την χαρούμενη (: προσποιητά, υποκριτικά). ΑΝΤ. στ' αλήθεια., τέλος/τέρμα/τέλειωσαν τα ψέματα/τ' αστεία/τα παραμύθια! & σώθηκαν τα ψέματα (προφ.): δεν υπάρχουν πια άλλα περιθώρια, η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο: ~ ~, ξεκινώ δίαιτα/πρέπει να φύγω/ώρα για διάβασμα!, το ψέμα έχει κοντά ποδάρια (παροιμ.): αποκαλύπτεται γρήγορα. || (με την ίδια σημ. και το γνωμ.) Το ~ ποτέ δεν ζει για να γεράσει. [< μεσν. ψέμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.