Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σανδαράχη σαν-δα-ρά-χη ουσ. (θηλ.) & σανδαράκη 1. ΟΡΥΚΤ. θειούχο ορυκτό του αρσενικού: κίτρινη/κόκκινη ~. 2. ΧΗΜ. ρητίνη που χρησιμοποιείται συνήθ. στη βιομηχανία χρωμάτων και σε επιστρώσεις. [< αρχ. σανδαράκη, γαλλ. sandaraque, αγγλ. sandarac]