Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σαρκάζω σαρ-κά-ζω ρ. (μτβ.) {σάρκασα}: ειρωνεύομαι με καυστικότητα, χαιρεκακία ή περιφρόνηση: ~ει την απληστία/τους πάντες και τα πάντα. Πβ. εμ-, περι-παίζω, κοροϊδεύω, χλευάζω. Βλ. αυτοσαρκάζομαι. [< μτγν. σαρκάζω]

αυτοσαρκάζομαι

αυτοσαρκάζομαι[αὐτοσαρκάζομαι] αυ-το-σαρ-κά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ.}: σαρκάζω, κοροϊδεύω τον εαυτό μου: Έχει χιούμορ και ~εται.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.