Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σαρκάζω σαρ-κά-ζω ρ. (μτβ.) {σάρκασα}: ειρωνεύομαι με καυστικότητα, χαιρεκακία ή περιφρόνηση: ~ει την απληστία/τους πάντες και τα πάντα. Πβ. εμ-, περι-παίζω, κοροϊδεύω, χλευάζω. Βλ. αυτοσαρκάζομαι. [< μτγν. σαρκάζω]

αυτοσαρκάζομαι

αυτοσαρκάζομαι[αὐτοσαρκάζομαι] αυ-το-σαρ-κά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ.}: σαρκάζω, κοροϊδεύω τον εαυτό μου: Έχει χιούμορ και ~εται.