Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • σαύρα σαύ-ρα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. μικρό ερπετό (υποτάξη Lacertilia) με τέσσερα πόδια και μακριά ουρά, το δέρμα του οποίου καλύπτεται από φολίδες: εντομοφάγες ~ες. Πβ. γουστέρα, σκίγκος. Βλ. ακονάκι, γενειοφόρος δράκος, γκέκο, χαμαιλέων. ● Υποκ.: σαυράκι (το), σαυρούλα & σαυρίτσα (η) [< αρχ. σαύρα]

ακονάκι

ακονάκι[ἀκονάκι] α-κο-νά-κι ουσ. (ουδ.) & κονάκι: ΖΩΟΛ. σαύρα χωρίς πόδια που μοιάζει με φίδι (επιστ. ονομασ. Angua fragilis, A. graeca).