Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • σεισμός σει-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΦ. δόνηση τμήματος της γήινης επιφάνειας, που οφείλεται είτε στην ξαφνική αποδέσμευση ενέργειας λόγω της μετατόπισης τεκτονικών πλακών είτε σε ηφαιστειακή δραστηριότητα: ασθενής (πβ. μικρο~)/επιφανειακός/ισχυρός (πβ. μεγα~)/καταστροφικός/πολύνεκρος (= φονικός ~)/τεκτονικός/τοπικός/υποθαλάσσιος. Ο κύριος ~ (βλ. προ~, μετα~). Ένταση/επίκεντρο/εστία του ~ού. Τα ερείπια/τα θύματα του ~ού. ~ με μεγάλη διάρκεια/με μικρό εστιακό βάθος. Έγινε/σημειώθηκε ~. Πού εκδηλώθηκε ο ~; ~ μεγέθους έξι βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Βλ. Μερκάλι. Ο ~ έπληξε πυκνοκατοικημένη περιοχή. ~ που προκάλεσε τεράστια παλιρροϊκά κύματα (βλ. τσουνάμι). Το επίμαχο θέμα της πρόβλεψης/πρόγνωσης των ~ών. Ρήγμα που δίνει (= προκαλεί) ~ούς. Πβ. εγκέλαδος. 2. (μτφ.) μεγάλη αναστάτωση, αναταραχή: πολιτικός ~ από το σκάνδαλο. Καταγγελίες που προκάλεσαν ~ό. Διαδήλωση-~. Πβ. πάταγος, ρίχτερ, σάλος, χαμός. ● ΦΡ.: σεισμοί, λοιμοί/λιμοί και καταποντισμοί: για μεγάλη καταστροφή που προκαλείται συνήθ. από φυσικά φαινόμενα. [< αρχ. σεισμός, γαλλ. tremblement de terre, séisme, 1904]
  • σεισμοσκόπιο σει-σμο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. όργανο με το οποίο καταγράφονται οι σεισμικές δονήσεις και ο χρόνος εκδήλωσής τους. Πβ. σεισμογράφος, σεισμόμετρο. [< γαλλ. séismoscope, αγγλ. seismoscope]

Μερκάλι

ΜερκάλιΜερ-κά-λι ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: κλίμακα Μερκάλι: ΓΕΩΦ. που έχει δώδεκα βαθμούς και μετρά την ένταση των σεισμών. [< αγγλ. Mercalli scale, 1921, ιταλ. ανθρ. G. Mercalli]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.